ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ: ''ΟΙ ΣΚΗΤΕΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΜΟΥΣΩΝ''

ΕΙΣΑΓΩΓΗ                                                                                                   

«Ίδιος ουρανός, ίδια γη, ίδια θάλασσα, με τις αιθέριες δονήσεις
να συντονίζουν όχι μόνο το πάντρεμά τους, αλλά και να διαχέουν τις ιδέες, τους σκοπούς και τις αξίες των ανθρώπων που ζουν μαζί τους στους αιώνες των αιώνων.
Ένας λαός, μια αντίληψη, ένα έθνος αναλλοίωτο που ο χρόνος δεν άγγιξε και στέκει εκεί, άλλοτε γελαστό και άλλοτε μουδιασμένο, μα όχι γέρικο.
Βροντάει όταν πρέπει, σκορπίζοντας το δέος και το δίκαιο με αγώνες, θυσίες, πόνο και απώλειες, πάντα τιμώντας με την παρουσία του τον Θεό που ζει μέσα του και τον ανυψώνει με τη πνοή του»
     ''Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΘΑ ΕΙΝΑΙ ΠΑΝΤΑ ΜΑΖΙ  ΜΑΣ''
                                                 
Λίγα λόγια για το περιεχόμενο του Μυθιστορήματος...
''Είναι ένα μεταφυσικό έργο που δημιουργήθηκε το 2007 με σκοπό την γνωριμία με τις δυνάμεις του Χριστού στη Γη, όπως εγώ τις φαντάζομαι, αλλά και το έργο που θα επιτελέσουν για το καλό της ανθρωπότητας...
Η παρουσία με μυθιστορηματικό τρόπο της πλοκής που προμηνύει και τις εξελίξεις πριν και μετά τον Γ' Παγκόσμιο πόλεμο, έχει επίκεντρο τη δράση σύγχρονων μαρτύρων (Σκητών) και εμπεριέχει προφητικό χαρακτήρα...
Οι ''Σκήτες'' με εντολή του Χριστού θα επιτελέσουν το έργο του, δείχνοντας στον αναγνώστη το μεγαλείο της πίστης που ενδυναμώνεται όμως, όχι στις σπηλιές, αλλά δίπλα στον συνάνθρωπο, εκεί δηλαδή που ο Χριστός δίνει κάθε ημέρα τη μάχη του''...
               

                                                 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

                                        «ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΠΑΦΕΣ»                      

          Στο μεγάλο μπαλκόνι η θέα διαχέεται σκορπίζοντας φωτεινές ανακλάσεις που εξασθενούν κάνοντας τον Πειραιά και την Αθήνα να δείχνουν τρεμάμενο καντήλι έτοιμο να σβήσει…
          Η μικρή παρέα των τριών ανδρών δείχνει περισσότερη αφοσίωση στο ‘πανόραμα’ παρά στην απόλαυση του αχνιστού καφέ που βρίσκεται σερβιρισμένος στο μακρόστενο τραπέζι και φωνάζει σχεδόν, μπροστά από τις αναπαυτικές πολυθρόνες που φιλοξενούν τον καθένα τους…
          Ο ήλιος ήδη αρχίζει να κρύβεται πίσω απ’ τα βουνά και τα φώτα στους δρόμους γεμίζουν τις σκιές των μεγάλων κτιρίων που απλώνονται γύρω τους χωρίς να εμποδίζουν όμως τις προσηλωμένες ματιές να ατενίζουν μέχρι τη θάλασσα, εκεί πέρα στο Φάληρο…
          Τα χρώματα από το φάσμα του ήλιου που αποχωρεί με μεγαλοπρέπεια  ντύνουν τον αιθέρα και ξεσπούν σαν οργισμένα κύματα στην ατάραχη επιφάνεια της θάλασσας που τα φιλοξενεί προσφέροντας ονειρεμένους συνδυασμούς με τις στιγμιαίες ανακλάσεις τόσο στα μάτια όσο και στη ψυχή των θεατών…
          Ο Δημήτρης σκύβοντας μπροστά στον καφέ γεύεται τη πρώτη γουλιά αφήνοντας το αίσθημα της απόλαυσης να ξυπνήσει με τον χαρακτηριστικό ήχο ‘Ααχ’ τους άλλους δύο που επανέρχονται απότομα , βγαίνοντας βίαια από τον  κόσμο των χρωμάτων και της ποίησης όπου απαγγέλλει η ίδια η φύση…
          Ο Νίκος με τον Ηλία προσπαθούν ν’ αποκτήσουν την ίδια αίσθηση με τον καφέ, ενώ ο Δημήτρης κοιτάζει διαρκώς και απορημένος χαμηλά, κάπου κάτω στον δρόμο, παρακολουθώντας τον στόχο του, σκεπτόμενος με το ίδιο βήμα εκείνου που περπατά.
          ‘Τι κοιτάς πάλι’;
           Ο Δημήτρης χωρίς να στρέψει το κεφάλι δείχνει με το δάκτυλο εκεί κάτω, προς τον δρόμο, απαντώντας έτσι στον Νίκο που στρέφοντας το βλέμμα του προς τα εκεί, ρωτάει με απορία:
           ‘Ποιος είν’ αυτός’;
           ‘Ρε σεις τώρα κοιτάζετε και άντρες’; απορεί ο Ηλίας κοιτώντας και εκείνος…
            Από το σαλόνι ανοίγει η πόρτα που συνδέεται με το μπαλκόνι και ξεπροβάλλει ο Γιάννης που χαιρετώντας ‘καλησπέρα’ έρχεται και κάθεται δίπλα στον Δημήτρη…
           ‘Ουφ, ξεμπέρδεψα για σήμερα’.
           ‘Δε μου λες ρε Γιάννη’, αποκρίνεται ο Δημήτρης κοιτώντας συνεχώς στο δρόμο, ‘Ποιος είν’ αυτός ο ψηλός που τώρα μιλάει με την κυρα Βασιλική’;
           Ο Γιάννης σηκώνεται, κοιτάζει γρήγορα και χαμογελώντας κάθεται…
           Η μπαλκονόπορτα του σαλονιού ανοίγει και ξεπροβάλλει η Ειρήνη.
          ‘Γιάννη βάζω καφέ έτσι’;
          ‘Ναι, σ’ ευχαριστώ’ και γυρίζοντας χαμογελαστός προς τον Δημήτρη:
          ‘Δεν είναι η γυναίκα σου η μόνη εκπαιδευτικός στη γειτονιά, έχουμε
και τη νέα γειτόνισσα, τη γυναίκα του Λευτέρη, το παλικάρι που βλέπεις’…    
           Ο Δημήτρης και οι άλλοι κοιτούν επίμονα τον Γιάννη…
           Εκείνος παίρνει τον καφέ του από τα χέρια της Ειρήνης που προβάλλει από την μπαλκονόπορτα  και καθώς ετοιμάζεται να τον γευτεί, πριν ακόμα καθίσει, ο Νίκος παρεμβάλλει ανάμεσα στο στόμα του και τον καφέ το τεντωμένο μπράτσο και με άγριες διαθέσεις του τον παίρνει από το χέρι.
          ‘Αν δεν πεις πόσο χρονών είναι, που δουλεύει, από πού ψωνίζει ρούχα, τι κινητό έχει, πως λένε τη γυναίκα του, τι ομάδα είναι, σε ποιο σούπερ μάρκετ ψωνίζει, ποια είναι η αγαπημένη του σειρά στη τηλεόραση, καφέ δεν πίνεις’…
           Ο Γιάννης χαμογελώντας κάθεται, ενώ η Ειρήνη τον κοιτάζει ανυπόμονα, δείχνοντας να συμφωνεί με τη στάση του Νίκου.
          ‘Απ’ ότι ξέρω Νικολάκη δεν σε ενδιαφέρουν τα αρσενικά.
Τώρα πως και έκανες τέτοια στροφή’;
          ‘Το θεογύναικο μ’ ενδιαφέρει που έρχεται πολλές φορές με τη γυναίκα του στο σπίτι τους.
Τι στο καλό έχει αυτός ο άντρας και τραβάει όλες τις ωραίες γυναίκες’;
          ‘Κουνιάδα του είναι’, απαντάει ο Γιάννης.
          ‘Είναι τόσο όμορφη όσο και η αδελφή της’; ρωτάει η Ειρήνη.
          ‘Τυχαίνει να μένω στο διπλανό διαμέρισμα ξέρετε’.
          ‘Και τυχαίνει να θέλεις να με φιλοξενήσεις για λίγες μέρες ξέρεις’, συνεχίζει ο Νίκος.
           Με ύφος αρκετά σοβαρό που τρομάζει προσγειώνοντας ακόμα και τον παρορμητικό Νίκο, ο Γιάννης ξεφυσάει κοιτώντας τον καθέναν τους αργά…
          ‘Τώρα έχεις σκοπό να μας σκάσεις ή θα πρέπει να στα βγάλουμε με το τσιγκέλι’; ρωτάει ο Ηλίας.
          Ο Γιάννης δοκιμάζει λίγο από τον καφέ του, σηκώνεται και περπατώντας μέχρι το κάγκελο του μπαλκονιού υιοθετεί ένα αινιγματικό ύφος δείχνοντας να μην είναι σίγουρος για όσα ξέρει ή νομίζει ότι ξέρει.
          ‘Είμαι τόσο μπερδεμένος αλλά και απορημένος που δεν ξέρω τι να υποθέσω, τι να δεχθώ, τι να πιστέψω…
Δεν έχω συναντήσει μέχρι τώρα στη ζωή μου τέτοιου είδους ανθρώπων.  
 Όχι μόνο παραξενεύομαι από το επίπεδο που έχουν αλλά και τους θαυμάζω
γι αυτό’.
          ‘Καλά πότε πρόλαβες να τους γνωρίσεις, δεν είναι πέντε μήνες που έχουν μετακομίσει’; ρωτάει η Ειρήνη.
          ‘Είναι αρκετός ακόμα και ένας μήνας χωρίς να κινδυνεύεις να βγάλεις
λάθος συμπεράσματα.
           Δεν καταλαβαίνετε για τι ανθρώπους μιλάμε’.        
‘Καταλαβαίνω ότι θα πάει μακριά η βαλίτσα’ και παίρνοντας το κινητό στο χέρι: ‘παραγγέλνω πίτσες και μπύρες, εσύ άρχισε να ξερνάς’, αποκρίνεται ο Δημήτρης…
                                     
                                              =============                                        

           Πολλά χιλιόμετρα πιο πέρα, σ’ ένα βουνοχώρι, στη Στύψη της Λέσβου, όπου η φύση ενορχηστρώνει μόνη το δικό της τοπίο, φαίνεται η αγνότητα λόγω της ανθρώπινης απουσίας, η ομορφιά και το κάλλος που διεγείρουν τις αισθήσεις μιας και από τα πεσμένα φύλλα που κρύβουν κάθε τι ανθρώπινο,
η μυρωδιά του θυμαριού και η πολιορκία των ψηλών δέντρων στοιχειώνουν
με τη βοήθεια του ανεπαίσθητου αέρα τη μοναδική φυσική μακέτα …
           Κάποιοι λίγοι ντόπιοι, σχεδόν ακίνητοι στη πλατεία του χωριού έξω από το καφενείο και ο καπνός από φούρνο που ανάβει πιο πέρα θυμίζουν ανθρώπινη παρουσία, ανεπαίσθητα όμως αφού και τα φίδια που πλέουν στις ορμητικές μεγάλες πηγές κινούνται ανενόχλητα και ανέμελα.
           Η σιγή δίνει τη θέση της στο θόρυβο που πλησιάζει προς την πλατεία και θυμίζει μηχανή.
           Οι θαμώνες της πλατείας σηκώνουν το χέρι χαιρετώντας τον Τάσο, τον οδηγό της μηχανής, που τους προσπερνάει και κατευθύνεται στην εκκλησία….
           Το κράνος που φοράει δεν αφήνει να φανούν τα κουρασμένα μαύρα μάτια και το σκιερό χαμόγελο που λες και είναι καρφωμένο στο ασυγκίνητο πρόσωπό του φέρνοντας κάτι από Τζοκόντα και Μπένι Χιλλ.
           Η μηχανή σταματάει μπροστά στην εκκλησία.
           Ο Τάσος βγάζοντας το κράνος, περνάει τον αυλόγυρο και πλησιάζει στην είσοδο του ναού.
           Ο παπα Γαβρίλης τον προλαβαίνει και οι δυο μαζί κατευθύνονται αμίλητοι και σοβαροί στο παγκάκι μπροστά από το μικρό σιντριβάνι που κοσμεί το προαύλιο του ναού…
          ‘Για πες μου πάλι τι έγινε, στο τηλέφωνο με ανησύχησες’.
           Με εμφανές πρόβλημα στην ομιλία, κομπιάζοντας και με εξωφρενικά αργό ρυθμό ο Τάσος αφηγείται:
          ‘Κακαθε βράααδυ αυτττό το όοονειρο, το το ίδιο όοονειρο.
Μεσημέεερι να  να  να κοιμηθθθώ παπαπάλι τα  τα  ίδια..
Σηκώνομαιαιαι μούσκεκεμα από τον ιδρώωωτα.’
          ‘Τι λέει γι αυτό η Παρασκευή:’
          ‘Τι να να  πει πάπαπατερ.
Γυναίκακακα μου είειναι.
Μπομπορεί να να να πει κακό.
Όλο προσεύευευχεται στην Παπαπαναγία ’.
          ‘Εσύ προσεύχεσαι’;
          ‘Μήμημηπως προλαβαίβαινω πάτερ.
Αν αφήσωσω τον εεεαυτό μου να να να ξεκουραραραστεί λίιιγο με παίρνειειει ο ύπνοοοος και να να να πάλι το όοοονειρο’.
          ‘Το ίδιο’;
          ‘Ακόοομα και ο ιιιδρώτας που χάααανω ίιιδιος είιιναι’.
           Αφού σηκώνονται όρθιοι και με αργά βήματα κατευθύνονται προς την έξοδο, το βλέμμα του παπά σοβαρεύει και το δεξί του χέρι που τρίβει το μακρύ  γένι επισημοποιεί την αγωνία και το βάθος των σκέψεών του.
           Ο Τάσος ακολουθώντας με σκυμμένο κεφάλι και τη ματιά καρφωμένη στην σκορπισμένη σκόνη που πατάει προσπαθεί να σκουπίσει τον προβληματισμό του και να απαντήσει στην αγωνία του.
           Μάταια όμως αφού είναι κάτι που δεν περνάει από τα χέρια του, πολύ περισσότερο τώρα που αρχίζει να πιστεύει ότι έχει σχέση με τον Θεό.
           Τρεμάμενη η φωνή του παπά τον βγάζει από το βύθισμα της σκέψης.      
          ‘Τι να σου πω αγόρι μου, έχω εξαντλήσει όλους τους τρόπους και μόνο
η προσευχή μου μένει.
Θέλω να νηστέψεις αυτή την εβδομάδα και την Κυριακή να μεταλάβεις.
Αν αντέξεις, μόνο λίγο λάδι στη σαλάτα  και αυτό επειδή δουλεύεις σκληρά..        
           Ο Τάσος καθώς σκύβει να του φιλήσει το χέρι:
          ‘Την ευλογία σου πάτερ’.
           Ο Τάσος προβληματισμένος ανεβαίνει στη μηχανή και με πολύ μικρή ταχύτητα δεν φαίνεται να κάνει κόντρα με τις σκέψεις του που τρέχουν όπως το φως…
           Διασχίζει αργά και από δεξιά τον δρόμο, αφημένος σ’ έναν αυτόματο πιλότο που όχι μόνο του κατευθύνει την πορεία, το μυαλό του, αλλά και τη φωνή του, που μονολογώντας εσωτερικά, χωρίς ήχο, δεν κεκεδίζει.
          ‘Γιατί να συμβαίνουν αυτά σε μένα;
Τι έχω κάνει και μαρτυράω ακόμα και στον ύπνο μου;
Και πότε να το κάνω, εδώ από τη πολλή δουλειά ούτε ν’ αμαρτήσω δεν προλαβαίνω.
Ξεκινάω τα χαράματα και τελειώνω όταν πέφτει ο ήλιος και όλα αυτά για να πληρώνω τους τόκους της τράπεζας που με πεθαίνει κάθε μέρα και με διαφορετικό τρόπο.
Αυξήθηκαν λέει τα επιτόκια, έχετε και τα έξοδα φακέλου, το σπίτι που αγοράσατε είναι υποθηκευμένο μέχρι να εξοφλήσετε και το τελευταίο σεντς.
Μη καθυστερείτε τις δόσεις γιατί κινδυνεύετε όχι μόνο από τους τόκους υπερημερίας αλλά και από κατάσχεση.
Άκουσα τότε την γυναίκα μου και πήρα αυτό το δάνειο για ν’ αγοράσω το σπίτι, βλέπεις τρία παιδιά έκανα και δεν άκουγα την Παρασκευή αλλά τον Θεό που και δεκατρία να μου έδινε θα τα έκανα.
Δεν βαρυγκωμάω, γερά να είναι και μόνο που τα βλέπω, όσο τα βλέπω,  να διαβάζουν και να παίζουν χαρούμενα παίρνω και εγώ ζωή και κουράγιο να τα μεγαλώσω σωστά χωρίς να τους λείψει κάτι.
Αλλά για στάσου’.
Ο Τάσος σταματάει απότομα μπροστά από μια πηγή, βγάζει το κράνος,
ξύνει το κεφάλι του με απορία και κάνοντας τον σταυρό του:
         ‘Τόση ώρα που σκέπτομαι δεν κεκεδίζω, γιατί το παθαίνω όταν μιλάω
σε άλλους’;
          Κατεβαίνει από τη μηχανή, πλησιάζει στη πηγή να πιει νερό,
σκύβει και καθώς ξεδιψάει και δροσίζεται, τα μάτια του ανοίγουν διάπλατα κοιτώντας λίγα μέτρα πιο πέρα.

                                        ===============          

           Λίγα μέτρα πιο πέρα, λοξά κοιτάζει και ο Λευτέρης που συζητάει ταυτόχρονα με την κυρά Βασιλική.
          Το βλέμμα του διασχίζει σαρώνοντας γρήγορα το κοντινό μπαλκόνι
απ’ το οποίο σχεδόν κρέμεται ο Δημήτρης με τον Νίκο.
          Χαμογελάει διακριτικά και στρεφόμενος στη σπιτονοικοκυρά του
την χαιρετάει δίνοντας της το χέρι:
         ‘Σας ευχαριστώ για όλα’.
         ‘Εγώ ευχαριστώ αγόρι μου και καλορίζικο’
         ‘Ρε σεις ο τύπος χαιρετάει τη Βασιλική λες και ετοιμάζεται να φύγει’
         ‘Κατά μια έννοια έτσι είναι Νίκε’.
         ‘Τι εννοάς τσιρόγιαννε’;
         ‘Εννοώ ότι μετακομίζουν και μάλιστα εδώ δίπλα’.
          Ο Γιάννης δείχνει το διπλανό σπίτι και το βλέμμα του κολλάει.
Ξεροκαταπίνει και μαρμαρώνει.
         ‘Έρχεται εδώ δίπλα’, μιλά σκυμμένος προς τον δρόμο ο Δημήτρης.
         ‘Ρε σεις ακούτ…’γυρίζοντας βλέπει τους υπόλοιπους τρεις αγάλματα ακίνητα και γελαστά να κοιτούν στη διπλανή ταράτσα.
         Γυρίζοντας το βλέμμα του προς τα εκεί αντικρίζει δυο όμορφες γυναίκες, σκέτη αρχοντιά, να στέκουν με την πλάτη γυρισμένη και να συζητούν χαμηλόφωνα.
          Ενεργεί αστραπιαία, αφού σηκώνεται και με γρήγορες κινήσεις πλησιάζει στην άκρη του μπαλκονιού που συνορεύει με το διπλανό αφήνοντας πίσω του την χαμογελαστή παρέα να παραμένει ακίνητη χωρίς εναλλαγή γκριμάτσας μη τυχόν χαλάσει το πίλινκ.
         ‘Καλησπέρα’ φωνάζει χαμογελώντας διάπλατα.        
         Οι κοπέλες γυρίζουν ξαφνιασμένες και σοβαρές αλλά αλλάζουν αμέσως το ύφος τους υιοθετώντας  ένα γλυκό χαμόγελο.
          ‘Καλησπέρα, πρέπει να είσαι ο Δημήτρης’ αποκρίνεται η μία.
           Μιλώντας διστακτικά και κομπιάζοντας:
          ‘Ναι’ και δείχνοντας με το χέρι πίσω του χωρίς να γυρίσει το σώμα:
          ‘Από εδώ ο κουμπάρος μου ο Νίκος και οι φίλοι Γιάννης και Ηλίας.
Η σύζυγός μου Ειρήνη είναι μέσα και τα δύο μου παιδιά στη γιαγιά τους’.
          ‘Εντυπωσιακή και αναλυτική σύσταση’, απαντάει η δεύτερη κοπέλα.
           Με χαμόγελο που διατηρεί σταθερά όσο και η αδελφή της:
          ‘Είμαι η Πέρσα και από εδώ η αδελφή μου Νίκη, σε λίγο θα ανέβει ο άντρας μου που τον λένε Λευτέρη, ενώ το μοναδικό μας παιδί είναι στο ωδείο αυτή τη στιγμή’.
           Από τη μικρή πόρτα που οδηγεί στην ταράτσα προβάλλει γελαστός ο Λευτέρης που κοιτώντας πρώτα τους γείτονες και μετά τη γυναίκα του:
          ‘Ελπίζω να συστηθήκατε’, και κοιτώντας τον Γιάννη:
          ‘Τι κάνεις Γιάννη’;
          ‘Καλά ευχαριστώ, αρχίζετε την μετακόμιση’;
          ‘Όχι τόσο γρήγορα, το σπίτι θέλει επισκευές, έχουμε να κάνουμε και αρκετές εγκαταστάσεις στην ταράτσα’.
          Απευθυνόμενος στον Δημήτρη:
          ‘Δημήτρη δεν θα σας ενοχλήσουμε κάνοντας θόρυβο.
Θα προσπαθήσουμε να είμαστε όσο το δυνατόν πιο αόρατοι’.
          Απορώντας και μονολογώντας ο Δημήτρης:
         ‘Που με ξέρουν, ακόμα δε με έχει δείξει η τηλεόραση’
          Απευθυνόμενος στον Λευτέρη:
         ‘Λευτέρη κανένα πρόβλημα και αν θέλετε βοήθεια εδώ είμαστε.          
Από ηλεκτρολόγο’, δείχνοντας τον εαυτό του, ‘μέχρι σοβατζή και μαραγκό διαθέτουμε’, δείχνοντας τους Νίκο και Ηλία…
          Η Ειρήνη που εισβάλλει ξαφνικά στο μπαλκόνι μπαίνει και εκείνη στη διαδικασία της σύστασης που ολοκληρώνεται γρήγορα αφήνοντας τον Δημήτρη και την παρέα του έτοιμους να απολαύσουν τις πίτσες που παράγγειλαν και τον Λευτέρη με τη σύζυγο και την κουνιάδα του ίσως για τελευταίο βράδυ να εγκαταλείπουν την ταράτσα...


                                              ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
               
                             «ΤΟ ΠΕΤΑΓΜΑ ΤΟΥ ΠΕΛΑΡΓΟΥ»

           Σκυμμένος ο Τάσος  μπροστά στην πηγή, κοιτώντας ανάμεσα από τα βρεγμένα μακριά μαλλιά που του μικραίνουν το οπτικό πεδίο και παγωμένος από τη ψυχρή θέα ενός τεράστιου φιδιού που στέκει τρία μέτρα πιο πέρα με το κεφάλι όρθιο, 60 πόντους πάνω από τη γη, θυμάται τους εφιάλτες του βλέποντάς τους να περνούν σαν κινηματογραφική ταινία σ’ ένα αόρατο ταμπλό κάπου ανάμεσα στο φίδι και εκείνον.
           Φαίνεται ότι και το ερπετό παρακολουθούσε το ίδιο έργο αφού ούτε το βλέμμα  ούτε η κίνησή του είχαν ενεργοποιηθεί κρατώντας σταθερή τη μεταξύ τους απόσταση.
           Θεατές χωρίς εισιτήριο στο έργο ζωής και αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο μέτραγαν τις δυνάμεις τους χωρίς όμως να υπολογίζουν την παρουσία του Θεού που ήταν ο σκηνοθέτης.
           Η οθόνη άστραψε όταν στην κάθετη εφόρμηση ενός πελαργού που μέσα από το ανοικτό ξέφωτο με μια κίνηση σήκωσε με το ράμφος το βαρύ φίδι δείχνοντας την προστασία που προσφέρει η φύση και όταν απογειώθηκε, την εύνοια των ουράνιων δυνάμεων, κάνοντας τον Τάσο να τρανταχθεί απότομα, να σταυροκοπηθεί και να φωνάξει εκστασιασμένος:
          ‘Παναγία μου’.                      
           Κοιτώντας το φίδι να κρέμεται από το στόμα του πελαργού και ν΄ανεβαίνει στο «στερέωμα», χαμογελάει επιβεβαιώνοντας την ερμηνεία
του ονείρου, εν μέρει όμως γιατί ένα μέρος του είχε μεν εκπληρωθεί,
εκείνος όμως δεν το καταλάβαινε.
           Σκεφτικός αλλά και χαρούμενος συνέχισε την πορεία του προς το σπίτι με το κράνος να τον περιορίζει και να τον ενοχλεί, κλειδώνοντας μέσα στο μυαλό του τη χαρά που πολύ ήθελε τούτη την ώρα να μοιραστεί με κάποιον.
           Μόλις τον είδε η Παρασκευή κατάλαβε ότι κάτι καλό συμβαίνει.
           Εκείνος την κοιτάζει γελαστός και πιο σίγουρος για τον εαυτό του από τη μια, σκεπτικός και τρομαγμένος από την άλλη.
          ‘Το όνειρο βγήκε Παρασκευή’.
          ‘Τι, είδες το φίδι’;
          ‘Και τον πελαργό’.
          ‘Πως το είπες αυτό’;
          ‘Τον πελαργό σου είπα’.
           Η Παρασκευή γυρίζοντας προς την εικόνα της Παναγίας κάνει το σταυρό της και με δάκρυα στα μάτια που γέμιζαν τα αυλάκια στο πρόσωπο γονατίζει και στέκεται ευλαβικά μπροστά της.
           Ο Τάσος την κοιτάζει απορημένος.
          ‘Εντάξει ρε Παρασκευή, ένα φίδι ήταν και αυτό το άρπαξε το πουλί.
Έτσι το είδα στον ύπνο μου, έτσι και έγινε.
Γιατί σε πήρε από κάτω δεν κατάλαβα’;
           Η Παρασκευή σηκώνεται και τον αγκαλιάζει ξεσπώντας σε λυγμούς και δάκρυα με πιο έντονο ρυθμό.
          ‘Τι έγινε όσο έλειπα ρε γυναίκα, μήπως είσαι έγκυος πάλι’;
           Η Παρασκευή γελώντας και κλαίγοντας μαζί τον αφήνει και στέκεται ακίνητη μπροστά του.
Χαμογελάει αφήνοντας τα δάκρυά της περισσότερο να μπερδεύουν για το είδος του συναισθήματος που νιώθει και μόλις που κατορθώνει να απαντήσει χαμηλόφωνα:
          ‘Μπορείς και μιλάς, δεν το κατάλαβες ακόμα’;
           Ο Τάσος έκπληκτος και αμήχανος ξύνει το κεφάλι του, ψάχνει τις τσέπες του, πηγαίνει τρέχοντας έξω και πάλι έρχεται μέσα όπου στέκεται ακίνητος μπροστά στη γυναίκα του και με ύφος απορίας:
          ‘Μπορώ και μιλάω όπως εσύ και τα παιδιά’.
           Με ύφος απορίας:
          ‘Κοίτα που οι γιατροί θα το αποδώσουν στο φόβο που ένιωσα όταν αντίκρισα το φίδι.
Από τότε που γεννήθηκα δεν έχω μιλήσει έτσι, απλά, στρωτά, καθαρά…
Να την μπήξω’;
         ‘Ρίχτω να βγάλεις το άχτι σου’.
          Με φωνή που μπορεί και να ακούστηκε μέχρι τη Χίο και τα χέρια να σχηματίζουν με το κεφάλι το «Ε»:
         ‘Είμαι καλά Θεέ μου’.

                                         ===================      

          ‘Δεν είμαι καλά τώρα εγώ’ απαντάει ο Νίκος στον Γιάννη ξεφυσώντας και ξεκουμπώνοντας το πουκάμισό του.
         ‘Είναι δυνατό να ζητήσω ραντεβού απ’ αυτή τη γυναίκα στην εκκλησία
ή στο «Χαμόγελο του παιδιού» ή στο σύλλογο αποκατάστασης ψυχικής υγείας ή μήπως ξέχασα και κάτι ακόμα’;
          ‘Και σε βλέπω να ψέλνεις κιόλας, αν θέλεις να σταθείς δίπλα της που πολύ σου πέφτει’.
          ‘Γιατί πολύ μου πέφτει ρε Γιάννη.
Δεν λέω, μορφωμένη είναι, στο δημόσιο εργάζεται αλλά και εγώ το έχω το πτυχιάκι από εκείνο το χωριουδάκι, να δεις πως το λένε’…
         ‘Οξφόρδη’ λέει ο Ηλίας.
         ‘Α γεια σου, λίγος είμαι;
Ή επειδή δουλεύω στην οικοδομή και δεν ακολουθώ το επάγγελμα μου πρέπει
να  αισθάνομαι μειονεκτικά;
          ‘Μειονεκτικά θα αισθανθείς σίγουρα όταν καταλάβει η κοπέλα ότι είσαι άνθρωπος της ξεπέτας.
Εκτός και αν κάθε μέρα λες από 100 έως 400 φορές τη λέξη γάμος, γάμος’.
         ‘Ο Ηλίας του 16ου που νομίζει ότι εγώ κολλάω.
Ρε εγώ την παντρεύομαι και αύριο κιόλας.
Εκείνη θα θέλει όμως’;
         ‘Ο εγκέφαλός σου λεβέντη μου έχει πάρει ρεπό και από αύριο κομμένες οι πίτσες και τα μπυρόνια γιατί σε έχω ικανό να μας ζητήσεις όλους σε γάμο.
Ρε η γυναίκα είναι 1.75 καρακουκλάρα με δικό της σπίτι και μια ουρά συναδέλφους από πίσω να την κυνηγούν.
Αυτή είναι ικανή να γεμίσει μόνη της μια εκκλησία και θα ενδώσει σε σένα’;
          ‘Μήτσε καλά τα λες αλλά ποιος σ’ ακούει.
Δεν τον βλέπεις κοιτάζει τη διπλανή ταράτσα και τρέχουν τα σάλια του.
Βλέπω από αύριο που θα αρχίσει την εγκατάσταση στα φωτοβολταϊκά ο Λευτέρης να ξεροσταλιάζει εδώ’.
          ‘Είπες φωτοβολταϊκά ρε Γιάννη’;
          ‘Είπα Νίκο και δύο δεξαμενές ανοξείδωτες ακόμα για νερό και χιλιάδες φυτά με βιολογική καλλιέργεια και φούρνο κτιστό.
Έχεις δει ντομάτα να κρέμεται στον αέρα φυτεμένη σ’ ένα πορώδες υλικό σαν σφουγγάρι, χωρίς ράντισμα και με λίγο νερό’;
         ‘Τι δουλειά κάνει ξέρεις’;
         ‘Ηλία ήταν πρώην μοντέλο, πασαρέλα ξέρεις, έπαθε όμως ένα ατύχημα και έμεινε φυτό.
Συνήλθε κατά θαυματουργό τρόπο και τώρα είναι μια χαρά’.
         ‘Δηλαδή ήταν φυτό σαν και αυτούς που δεν καταλαβαίνουν τίποτα’;
         ‘Και όχι μόνο Δημήτρη.
Κάποια στιγμή έσβησε η καρδιά του και όλοι πίστεψαν ότι πέθανε.
Επανήλθε όμως πολύ γρήγορα και μάλιστα ο ίδιος θυμάται έναν πελαργό
που τον οδήγησε πίσω στην γη από εκεί που ήταν όταν πέθανε στιγμιαία.
Τώρα εργάζεται σε διαφημιστική εταιρεία και απ’ ότι φαίνεται έχει ταλέντο γιατί εκεί τον εκτιμούν αφάνταστα.
Γνώρισε τη γυναίκα του στην εκκλησία, ψέλνει και αυτός, παντρεύτηκαν γρήγορα  και έκαναν ένα αγοράκι.
Πηγαίνουν που και που στο θέατρο, βλέπουν σπάνια τηλεόραση,
προσεύχονται συχνά και νηστεύουν ανελλιπώς.
Αγαπούν πολύ τα παιδιά  και - χαμογελώντας - τον τρόπο με τον οποίο
γίνονται.
Τι νούμερο παπούτσια φορούν ακόμα δεν γνωρίζω…  


                                                ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
                               
                                 «Ο ΣΚΗΤΗΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΜΟΥΣΩΝ»        

           Απόγευμα, κάποιες μέρες μετά, στη μικρή εκκλησία ο εσπερινός έδινε την εντύπωση μεγαλύτερης σε σημασία λειτουργίας λόγω της μεγάλης κοσμοσυρροής αλλά και της απόλυτης ησυχίας που επικρατούσε.
           Στον προθάλαμο του ναού ζήτησαν απ’ τον κυρ Γιώργη, έναν απλό ταπεινό Λέσβιο αγρότη που έκανε πότε πότε και χρέη καντηλανάφτη, πληροφορίες σχετικές με τον νέο ψάλτη.
           Ένα ζευγάρι νεοφερμένων ακολούθησε απλά τη φήμη του θαύματος που με ιλιγγιώδη ταχύτητα διαδόθηκε στο νησί και με οδηγό την πίστη θέλησαν να ζήσουν από κοντά, να αισθανθούν και να προσκυνήσουν σ’ εκείνη την εκκλησία που ψέλνει ο άνθρωπος «θαύμα».
           Ο κυρ Γιώργης χαμογελώντας και χωρίς πολλές κουβέντες τους προέτρεψε να παρακολουθήσουν τη λειτουργία μέχρι τέλους αφήνοντας την Παναγία να ξεναγήσει τη ψυχή τους στο σπίτι του «υιού» της και να τους δώσει τις απαντήσεις που ζητούν.
           Ο καημός όμως των ανθρώπων είναι τόσο μεγάλος και το πρόβλημά τους τόσο επείγον που δεν αρκέστηκαν στις προτροπές του ταπεινού καντηλανάφτη.
           Βγαίνοντας από την εκκλησία, μετά τη λήξη της λειτουργίας, εκστασιασμένοι από τη φοβερή φωνή που τους οδήγησε με το άκουσμά της
σε κόσμους θεϊκούς και ονειρεμένους, συνεπαρμένοι από την απλότητα των πιστών που με τη διακριτική παρουσία τους παρέδωσαν μαθήματα πίστης και ευλάβειας, παρέμειναν στο προαύλιο καθισμένοι στο παγκάκι μπροστά από το σιντριβάνι αρκετή ώρα.
           Στο άκουσμα των αργών βημάτων του παπα Γαβρίλη που τους πλησιάζει, τα σκυμμένα τους κεφάλια τινάζονται απότομα προς τα επάνω αφήνοντας να φανούν οι στενόχωρες σκέψεις που έχουν καταλάβει το εσωτερικό και την περίμετρο του προσώπου τους.
           Μια ελπίδα, καθώς πλησιάζει ο παπάς, σαν κι αυτήν που ο πνιγμένος αναζητά λίγο πριν αφήσει την τελευταία του πνοή μιξάρεται με τα συναισθήματα αγωνίας που μέχρι τώρα κυριαρχούσαν, μετριάζοντας την απαισιοδοξία και αυξάνοντας την φωτεινότητα των προσώπων τους.
          ‘Καλησπέρα’ τους χαιρετάει χαμογελαστός.
          ‘Θέλετε κάποια βοήθεια, υπάρχει κάποιο πρόβλημα’;
          ‘Ευχαριστούμε πάτερ’, απαντάει η γυναίκα..
          ‘Θέλουμε να μιλήσουμε στον ψάλτη, αλλά δεν τον προλάβαμε.
Έφυγε λίγο πριν τελειώσει η λειτουργία’.
          ‘Πείτε μου τι τον θέλετε και από που έρχεστε’;
           ‘Ερχόμαστε από την Αθήνα.
Αποδώσαμε τάμα στη χάρη του Αρχάγγελου, μάθαμε όμως στο μοναστήρι τι συνέβη στον ψάλτη και σκεφτήκαμε να ζητήσουμε τη βοήθειά του.
Κάποιος πρέπει να βοήθησε αυτόν τον άνθρωπο που ίσως να μπορεί να βοηθήσει και εμάς’.
          ‘Πηγαίνετε να βρείτε τον Τάσο, έτσι τον λένε, στο σπίτι του.
Μιλήστε του και δεν ξέρετε’, κάνοντας τον σταυρό του, ‘μεγάλη η χάρη του Χριστού και της Παναγίας’.
          ‘Που είν’ αυτό’; ρωτάει ο άντρας.
          ‘Οδός Μουσών, βγαίνοντας στρίβετε δεξιά και μετά όλο ευθεία.
Κάποιος θα βρεθεί στο δρόμο να σας στείλει εκεί’.
     
                                          ================
       
          ‘Τι θέλεις’;
          ‘Μουσών 33, εδώ είναι’;
          ‘Εκεί, ποιον ζητάς’;
          ‘Τον κύριο Μαντά’.
          ‘Α τον Λευτέρη θέλεις, κτύπησε το κουδούνι μπροστά σου’
           Η φωνή της Ειρήνης που στέκεται μπροστά στην μπαλκονόπορτα τον ξαφνιάζει:
          ‘Σε ποιόν μιλάς Δημήτρη’;
          ‘Με κοψοχόλιασες ρε Ειρήνη, κάποιος ζήτησε τον Λευτέρη’.
         ‘Το φαΐ είναι έτοιμο, θα φάμε’;
         ‘Δεν τρώμε στο μπαλκόνι’;
         ‘Σε πιάσανε οι ρομάντζες πάλι’;
         ‘Γιατί ωραία βραδιά έχει, θα ανάψω και κεράκια, τα παιδιά σε λίγο θα έχουν κοιμηθεί’, κουνώντας πάνω κάτω τα φρύδια του, ‘και που ξέρεις μετά’.
        ‘Είσαι σάτυρος’ και χαμογελώντας ‘όχι ότι δεν μου αρέσει’…
     
                                         ================
     
          ‘Όχι ότι δεν μου αρέσει ρε Πέρσα’.
          ‘ Όπα, να και η ομολογία.
Καιρός δεν είναι να νοικοκυρευτείς και εσύ.
Δεν λέω δεν ήταν λίγα αυτά που πέρασες με τον άντρα σου, αλλά τώρα πλέον χώρισες, αυτός έφυγε στην Αμερική, παιδιά δεν κάνατε, άρα δεν σε κρατάει κάτι μακριά από τους άντρες’.
          ‘Άκουσε να δεις αδελφούλα, για να είμαι μαζί με τον Νίκο που συμπαθώ και αναγνωρίζω ότι έδειξε καλά στοιχεία, ότι μας βοήθησε στο σπίτι και μας βοηθάει, πρέπει να είναι έτοιμος να με δεχθεί όπως είμαι.
Θα πρέπει να ακολουθεί τους ρυθμούς μου που ξέρεις πόσο εξαντλητικοί είναι, ν’ ανεχθεί τις απόψεις μου όσον αφορά τις κοινωνικές μου υποχρεώσεις, τον εκκλησιασμό και τα τυπικά της θρησκείας που δεν αλλάζω, να είναι και ο καλύτερος του κόσμου’…  
          ‘Σ’ αυτό δεν μπορώ να μιλήσω αφού αφορά και τους δυο σας.
Η συμβουλή μου όμως, αν την ζητήσεις και από μέρους του Λευτέρη, είναι ότι στις σχέσεις δυο ανθρώπων χωράει ο συμβιβασμός μέχρι ένα σημείο βέβαια’.
           Χαμογελώντας με σιγουριά: ‘Μην ανησυχείς δεν με πήραν και τα χρόνια, έχω και κάποια φυσικά προσόντα που μου επιτρέπουν να διαλέξω’.
          ‘Απ’ ότι φαίνεται εγώ είμαι τυχερή που γνώρισα χωρίς πολύ ψάξιμο τον Λευτέρη’.
          ‘Καλά εσύ κέρδισες λαχείο και την πρώτη φορά που έπαιξες, μακάρι να μου συμβεί το ίδιο με τον Νίκο’.
          ‘Τελικά το μυαλουδάκι σου γαργαλιέται όταν σκέπτεσαι τον μπετατζή’.
          ‘Με πτυχίο όμως αστροφυσικού από την Οξφόρδη’.
          ‘Μην έχεις αυταπάτες Νίκη.
Ξέρεις ότι δεν αλλάζω τον Λευτέρη όσα πτυχία και αν έχει κάποιος ή όσα χρήματα μπορεί να κερδίζει την ημέρα.
Η ψυχούλα μετράει και η καρδιά.
Νομίζω όμως ότι τα έχει αυτά ο Νίκος, συζήτηση και χρόνο για να συντονιστείτε χρειάζεται, άντε και λίγη ευλογία.
Όλα θα γίνουν όπως πρέπει και νομίζει καλύτερα Εκείνη’.
Κάνοντας τον σταυρό της:
          ‘Όταν γνώρισα τον Λευτέρη δεν μπορούσα να φανταστώ έναν τόσο όμορφο άντρα να μην έχει ανάγκη την διασκέδαση και την κοσμική ζωή που είχε όμως φάει με το κουτάλι.
Διαπίστωσα ότι τα εδιαφέροντά του ήταν κυρίως πνευματικά, όχι ότι εγώ ήμουν διαφορετική.
Δεν λέω και σε ρεστωράν πήγαμε, σε μπαράκια, σε μπουζούκια, καταλάβαμε όμως, και ευτυχώς από νωρίς, ότι όλα αυτά δεν μας ικανοποιούν.
Η λιτή ζωή χωρίς πολυτέλειες ταίριαξε με την απλότητα που ψάχναμε και θέσαμε σαν στόχο ώστε να μεγαλώσουμε σωστά το παιδί αλλά πολύ περισσότερο για να μαλακώσουμε την ψυχή μας.
Και ευτυχώς που τον γνώρισα μετά το ατύχημα γιατί πριν θα είχα τώρα θέση 14 ή 15 αφού παρέλαση έκαναν στο σπίτι οι γυναίκες, όπως λέει η πεθερά μου.
Τώρα έχω δίπλα μου έναν ιδανικό σύζυγο, έναν σωστό πατέρα, ένα απόλυτο αρσενικό.
Καμμιά φορά γκρινιάζω γιατί θυσιάζει τον χρόνο του στην προσευχή και με τις νηστείες φοβάμαι μην αδυνατίσει η κράση του, αλλά μετανιώνω γιατί σε κάθε κάλεσμά μου είναι και με το παραπάνω δίπλα μου.
‘Ένας σύγχρονος σκήτης, ένας υπερασπιστής της αγάπης και καλοσύνης, που δεν ζει στην απομόνωση αλλά ανάμεσά μας, προσπαθώντας ακόμα και με την ανάσα του να δώσει το οξυγόνο της ζωής, της αγνότητας και ταπεινότητας.
Δεν έχει να αντιμετωπίσει μόνο τους δικούς του δαίμονες, δεν έχει να δώσει μόνο τη δική του μάχη, έχει χρέος και καθήκον να σταθεί δίπλα στον κάθε άνθρωπο ξένο ή συγγενή και ν’ αγωνιστεί μαζί του για τον εξανθρωπισμό, το δίκαιο και την πίστη.
Έτσι είναι ο Λευτέρης’….

                                       ==================

          ‘Έτσι είναι Ειρήνη τα πράγματα’, σηκώνοντας το ποτήρι με το κρασί:
          ‘Γεια μας’.
          ‘Στην υγειά σου Μήτσε’ και χαμογελώντας ‘λες τελικά ο Νίκος να ζευγαρώσει’;
          ‘Λέω αφού όμως πρώτα του βγάλει την πίστη, όχι πως δεν του χρειάζεται και σίγουρα να κάνει όρεξη μετά τον γάμο’.
          ‘Τραβάει λούκι όμως έτσι’;
          ‘Με τέτοια γυναίκα Ειρήνη θα τράβαγε λούκι και ο θεός’.
          ‘Δεν λέω είναι όμορφη αλλά ποιος άντρας θα την κρατήσει αν την βλέπει μόνο το βράδυ γιατί τότε γυρίζει σπίτι της και έχει να αντιμετωπίσει τον συμβιβασμό με τις θρησκευτικές της αρχές και τις προωθημένες κοινωνικές της αντιλήψεις’;
          ‘Μόνο ο Νίκος, ο άνθρωπος των αρχών και των τύπων.
Ο άνθρωπος ανάμνηση, γιατί πρώτα θέλει να του λείψει κάτι ώστε αφού το ονειρευτεί και το εκτιμήσει, μετά να το χαρεί’.

                                     ===================
         
           Η εξώπορτα χτυπάει σιγά και δυο φορές.
Στο άνοιγμά της ένα αγγελικό, ευγενικό και χαρούμενο προσωπάκι, η μεγάλη κόρη του Τάσου, απαντάει δειλά:
          ‘Τι θα θέλατε’;
           Πριν ακόμα πάρει απάντηση έρχεται η Παρασκευή πίσω της:
          ‘Ποιος είναι παιδί μου’;
          Οι επισκέπτες βλέπουν το ίδιο ευγενικό και χαρούμενο πρόσωπο που λες και βγήκε από φωτοτυπικό μηχάνημα.
          ‘Τι θέλετε’;
          ‘Μας στέλνει ο παπα Γαβρίλης και ζητάμε τον σύζυγό σας’.
          ‘Είναι στο χωράφι περιμένετε λίγο’, και αφού, σαν κάτι να αφήνει, βγαίνει έξω και κλείνει την εξώπορτα αφήνοντας μέσα το παιδί:
          ‘Ακολουθήστε με’…
           Εκείνη μπροστά και το ζεύγος πίσω της περπατούν στα πλάγια του
σπιτιού απ’ όπου φαίνεται ο ζήλος και το μεράκι του ιδιοκτήτη του.
Κάθε είδους δέντρο σε συμμετρικούς σχηματισμούς και ίσες μεταξύ τους αποστάσεις γεμίζουν τον χώρο ικανοποιώντας το καλής ποιότητας χώμα που τα φιλοξενεί.
Τα ψηλά δέντρα σκεπάζουν τη σκεπή του σπιτιού δίνοντας μια ανεπανάληπτη δροσιά, ενώ τα οπωροφόρα δέντρα και τα άνθη των φυτών που στολίζουν αρμονικά τον περιβάλλοντα χώρο, τονίζουν τον ενδιάμεσο αιθέρα με χρώματα που μπροστά τους η ίριδα μειονεκτεί, παντρεύοντας ταυτόχρονα το παραδοσιακό ύφος της πέτρας που κοσμεί τον εξωτερικό τοίχο με το μεράκι και αισθητική του ιδιοκτήτη τους..
          ‘Τάσο’, φωνάζει η Παρασκευή, ενώ οι επισκέπτες στέκονται διστακτικοί πίσω της.
           Ο Τάσος αφήνει την αξίνα, τους κοιτάζει και αρχίζει να περπατάει προς το μέρος τους.
Βγάζοντας τα γάντια και πλησιάζοντας στο ένα μέτρο:
          ‘Τους στέλνει ο παπάς, έρχονται από μακριά’ του λέει η Παρασκευή.
          ‘Συγνώμη αν ενοχλούμε’ αποκρίνεται ο άντρας.
           Απότομα, σοβαρά αλλά με ύφος που δείχνει ενδιαφέρον:
          ‘Ελάτε να καθίσουμε στη βεράντα μπροστά’.
           Εκείνος μπροστά, το ζευγάρι πίσω του και η Παρασκευή τελευταία ακολουθούν την αντίστροφη πορεία και χωρίς να το καταλάβουν βρίσκονται καθισμένοι γύρω από το μεγάλο ξύλινο τραπέζι στην ευρύχωρη βεράντα.
Η Παρασκευή στην κουζίνα ετοιμάζει καφέ που με το σπιτικό νεραντζάκι και το στολισμένο από χειροποίητα κεντητά δίσκο θα θυμίσει άλλη μια φορά την πατροπαράδοτη φιλοξενία των Λέσβιων.
          ‘Σας ακούω’ αποκρίνεται σοβαρά ο Τάσος.
          ‘Στο νησί ήρθαμε για να προσκυνήσουμε και να παρακαλέσουμε τον Αρχάγγελο Μιχαήλ να μας βοηθήσει στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουμε και αφορά την κορούλα μας.
Είναι αρκετά σοβαρή η εγχείρηση που πρέπει να κάνει και δεν νομίζω ότι φτάνουν οι διαβεβαιώσεις των γιατρών για επιτυχή επέμβαση.
Σε δυο ημέρες θα αναχωρήσουμε για Λονδίνο, βέβαια αν το επιτρέψουν οι συνθήκες και…’ η γυναίκα σταματάει δακρύζοντας.
            Η Παρασκευή που έρχεται χαρούμενη κρατώντας τον πλούσιο σε στόλισμα αλλά και υλικά δίσκο βλέποντας τα δάκρυα σοβαρεύει και κάθεται δίπλα στον Τάσο αμίλητη.
          ‘Με συγχωρείτε’, αποκρίνεται η γυναίκα, ενώ ο άντρας πίσω της σκύβει το κεφάλι.
          ‘Δοκιμάστε τον καφέ και το γλυκό, προς το παρόν αυτό μόνο μπορούμε να σας προσφέρουμε’, αποκρίνεται ο Τάσος.
          Ο καφές και το γλυκό με αργούς ρυθμούς εξαφανίζονται σε τόσο χρόνο
όσο χρειαζόταν ο Τάσος για να κατανοήσει το μέγεθος και το είδος του
προβλήματος που απασχολεί τους επισκέπτες.
Νιώθει και συμμερίζεται τον πόνο τους τόσο πολύ που μια αλλόκοτη αίσθηση λούζει γύρω γύρω τον χώρο που κάθονταν.
Περίεργες δονήσεις αγάπης και συμπαράστασης γεμίζουν την αύρα του και εκτοξεύουν μηνύματα βοήθειας στο υπερπέραν.
          ‘Δεν υπάρχει μαγική συνταγή για το πρόβλημά σας, να είστε όμως σίγουροι ότι τώρα δεν είστε μόνοι’.
           Δεν μίλησε άλλο ο Τάσος και ούτε χρειάστηκε.
Όλο το βράδυ προσευχόταν όπως προσευχόταν και ο Λευτέρης για να βρουν λύση τόσοι και τόσοι άνθρωποι που είχαν ανάγκη, με την Παναγία από σπίτι σε σπίτι να δίνει ταυτόχρονα κουράγιο και ελπίδα βοηθώντας τις προσπάθειές τους που στην περίπτωση του άγνωστου ζευγαριού καρποφόρησαν καθώς κατά την επιστροφή τους στον Πειραιά και μέσα στο καράβι δέχτηκαν τηλεφωνήματα από συγγενικά τους πρόσωπα ότι υπερκαλύφθηκε το χρηματικό ποσό που υπολειπόταν…            


                                            ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4

                                        «ΣΧΕΣΗ ΑΓΑΠΗΣ»
         
          ‘Αγάπα τον εχθρό σου δε σημαίνει ν’ αδιαφορείς μπροστά στο κακό και ν’ ανέχεσαι την ασέβεια’.
          ‘Και ποιος είν’ ο εχθρός μου πατέρα, οι συμμαθητές μου, οι καθηγητές μου, τα παιδιά της γειτονιάς που παίζω μαζί τους ή οι γονείς μου’;
          ‘Όποιος θελήσει να σου κάνει κακό, είτε μειώνοντάς σε πνευματικά, είτε ασκώντας βία σωματική ή ψυχολογική.
Και να ξέρεις κανείς δεν έχει αυτό το δικαίωμα γιατί ο κάθε άνθρωπος έχει και κάποιο ταλέντο που πρέπει να του αναγνωριστεί και να επαινεθεί γι αυτό,
όχι να κατακριθεί για τις πιθανές αδεξιότητες που δεν πρόλαβε να εξαλείψει.
          ‘Με προτρέπεις να αυθαδιάζω στους γονείς μου ή στους καθηγητές μου αν τυχόν με μειώσουν ή με προσβάλλουν’;
          ‘Να ακολουθείς τις συμβουλές μου.
Αγάπη και καλοσύνη είναι αρκετές για να βλέπεις τους συνανθρώπους σου σαν αδελφούς και όχι σαν εχθρούς’.
          ‘Μπαμπά με μπερδεύεις και φοβάμαι ότι τα πράγματα είναι πιο απλά.
Θέλω περισσότερη ελευθερία στις κινήσεις και στις σκέψεις μου’.
          ‘Δεν σε ανάγκασα να κάνεις κάτι που δεν θέλεις, ούτε σε πίεσα.
Σε αφήνω να βλέπεις τηλεόραση ώρες ατελείωτες, να ένας αόρατος εχθρός,
ο πιο επικίνδυνος που σου προβάλλει ψεύτικα πρότυπα και λαθεμένες αξίες.
Σε αφήνω να παίζεις ηλεκτρονικά παιχνίδια, καταπίνεις τη βία που σου προσφέρουν με το κουτάλι και δεν καταλαβαίνεις ότι πωρώνεσαι και γίνεσαι μέρος του παιχνιδιού.
Στις συνομιλίες με τους φίλους σου δεν αντιδρώ όταν βρίζεις.
          ‘Άσε με να κάνω λάθος μπαμπά, πως αλλιώς θα καταλάβω το σωστό’;
          ‘Είσαι από εμένα ελεύθερος, να ξέρεις όμως ότι τα λάθη μας προσπαθούμε να μη τα επαναλαμβάνουμε και θυμόμαστε τις συμβουλές των γονιών που μας προτρέπουν να φερόμαστε με αγάπη χωρίς να φοβόμαστε το κόστος μιας απογοήτευσης ή αποτυχίας που προκαλεί πόνο.
Και όποια στιγμή θελήσουμε να τους μιλήσουμε εκείνοι είναι πάντα πρόθυμοι όχι μόνο να  σε συμβουλεύσουν αλλά και να μοιραστούν τον πόνο σου.
          ‘Λευτέρη, Παναγιώτη’, ακούγεται η φωνή της Πέρσας.
          ‘Ερχόμαστε’, απαντάει ο Λευτέρης.
          ‘Φώναξες’; ακούγεται από το υπόγειο η φωνή της Νίκης.
          ‘Όχι σε εσάς, στον Λευτέρη μίλησα’, απαντά η Πέρσα…
           Ο Νίκος με την Νίκη συνέχισαν να βάφουν τον τοίχο ανταλλάσσοντας πρώτα μια γρήγορη ματιά που δεν ήταν αρκετή όμως να τους αποσπάσει από την προσεκτική με λεπτομέρεια προσπάθειά τους να δώσουν έναν χαρούμενο
τόνο στο σκοτεινό μουντό δωμάτιο.
Και ότι δεν κατάφερε η ματιά το κατάφερε το κινητό της Νίκης που χτυπάει.
Εκείνη ανήσυχη απαντάει και αφού πρώτα παίρνει ένα στενάχωρο ύφος σκιάζοντας τον όμορφο σχηματισμό του προσώπου της, βγάζει γρήγορα την φόρμα και φορώντας την ζακέτα της:
          ‘Νίκο πρέπει να φύγω αμέσως’.
          ‘Τι συμβαίνει’;
          ‘Ο μικρός Γιάννης στο ίδρυμα παρουσίασε υψηλό πυρετό και μες στο παραλήρημά του με ζητάει’.
           Ο Νίκος γρήγορα κατεβαίνει από τη σκάλα και βγάζοντας την φόρμα του μπροστά στην απορημένη Νίκη:
          ‘Καιρό τώρα έβλεπα απλά με συμπάθεια τα προβλήματα των παιδιών στα ιδρύματα.
Όταν σε γνώρισα κατάλαβα ότι αυτό δεν φτάνει.
Αν δεν ξενυχτήσεις μαζί τους, αν δεν νιώσεις τον πόνο και την μοναξιά τους, ξεγελιέσαι με το να λες ότι είσαι συνειδητός.
          ‘Πάμε’ και γυρίζοντας γρήγορα προς την πόρτα καταλαβαίνει ότι η Νίκη έχει μείνει ακίνητη και έκπληκτη.
          ‘Τι έπαθες’;
           Η Νίκη τα ίδια.
          ‘Κοίτα μπορώ να σταθώ και εγώ δίπλα στον Γιαννάκη, ξέρω βλέπεις να διαβάζω παραμύθια και μπορώ να τον κάνω να γελάσει.
Δεν με νοιάζει να ξενυχτίσω και να μη πάω στη δουλειά το πρωί,
δεν αισθάνομαι κουρασμένος και δεν το κάνω μόνο για να είμαι μαζί σου,
μου αρέσει και να σου πω την αλήθεια ζήλεψα τον Ρουβά που αθόρυβα και κρυφά έκανε τόσα γι αυτά τα παιδιά’.  
           Λίγα μέτρα πιο ψηλά, η Πέρσα και η Ειρήνη όρθιες κοιτάζουν γύρω γύρω την τελείως αλλαγμένη εικόνα της ταράτσας που μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα απέδειξε ότι η προσωπική εργασία του Λευτέρη και των υπολοίπων που τον βοήθησαν πηγάζει από το μεράκι και την ανάγκη για κάτι καλύτερο και μπορεί όχι απλά να δημιουργήσει αλλά και να δώσει λύσεις όταν ο καιρός το απαιτήσει.
Περισσότερο με απορία αλλά και θαυμασμό η Ειρήνη διασχίζοντας ένα ένα τα μικρά τσιμεντένια παρτέρια κοιτάζει προσεκτικά και τον χώρο γύρω από τις δεξαμενές.
          ‘Θα αντέξει τόσο βάρος η ταράτσα;
Είναι και το χώμα, το νερό όταν γεμίσουν οι δεξαμενές, τα φυτά, ακόμα που λείπουν΄, ρωτάει η Ειρήνη.
          ‘Ο φούρνος, τα φωτοβολταϊκά, οι ανεμόπυργοι, το σαλονάκι και η κεραμοσκεπή από πάνω του, δεν μιλάω για τις σήτες που θα καλύψουν όλη
την ταράτσα αλλά ευτυχώς αυτές έχουν λίγο βάρος’, συμπληρώνει η Πέρσα.
           ‘Και άλλα τόσα να είχαμε ο μηχανικός μας είπε πως αντέχει η κατασκευή γιατί έχει γερά και δεμένα μεταξύ τους θεμέλια’.
           Κοιτώντας κάτω στον δρόμο και χαμογελώντας:
          ‘Θα αντέξει ο Νίκος την αδελφή μου’;
           Η Ειρήνη έρχεται δίπλα της και βλέποντας το αμάξι του Νίκου να απομακρύνεται:
          ‘Πως βλέπεις τη σχέση τους’;
          ‘Πολυδιάστατη με επίπεδο επικοινωνίας εξαιρετικά ψηλό’.
          ‘Από άποψη κατανόησης’;
          ‘Νομίζω ότι είναι αμοιβαία’.
           Περπατώντας μέχρι να καθίσουν:
          ‘Μπορεί να προχωρήσει και πόσο’;
          ‘Κατάλαβα τι εννοείς, αλλά άκουσε να δεις Ειρήνη’…
           Η πόρτα της ταράτσας ανοίγει και κάνει την εμφάνισή του ο Λευτέρης που χαμογελαστός έρχεται δίπλα στην Πέρσα και κοιτώντας τις εναλλάξ:
          ‘Διακόπτω κάτι’;
          ‘Συζητάμε για τον Νίκο και τη Νίκη και θα με ενδιέφερε η άποψή σου για τη σχέση τους’.
          ‘Ειρήνη έχω άποψη για τις σχέσεις γενικώς, και για την συγκεκριμένη.
Τι από τα δυο θέλεις να σου πω’;
          ‘Μου αρέσει ο διαχωρισμός σου πρώτα όμως θέλω να πω ότι κάθε σχέση καταλήγει σήμερα στο να ολοκληρώνεται με τη σεξουαλική επαφή και αν διαθέτει άλλα στοιχεία ικανά να την αναπτύξουν καταλήγει και στο γάμο’.
          ‘Ξέροντας περισσότερο την κουνιάδα μου και λιγότερο τον Νίκο μπορώ να πω ότι υπάρχει συνέχεια μεγάλη με πολλή δραστηριότητα, εκπλήξεις, συναισθηματικές εναλλαγές και προπαντός κατανόηση.
Μπορεί η κουνιάδα μου να είναι τώρα λίγο επιφυλακτική αλλά βλέποντας τη λάμψη στα μάτια του Νίκου πιστεύω ότι θα αφεθεί και θα δοθεί ολοκληρωτικά σ’ αυτή τη σχέση.
Ξέρω ότι είναι κοινή απορία σας αν αυτή η έλξη οδηγήσει στο κρεβάτι,
αν είναι σωστό και πότε;
Εκείνο που έχω να πω είναι ότι αυτή η πράξη για μένα δεν αποτελεί αμαρτία γιατί είναι κατάληξη ενός αμοιβαίου και ισχυρού συναισθήματος που ελπίζω να ευλογήσει σύντομα και ο Θεός με την πράξη του γάμου’.
           Η Ειρήνη με ύφος που κρύβει περισσότερο σκεπτικισμό παρά αντίδραση:
          ‘Η σωματική ένωση όμως δεν είναι αποδεκτή από τον Θεό πριν τον γάμο, έτσι ισχυρίζεται η εκκλησία’.
          ‘Η εκκλησία μέσω των αγίων πατέρων έχει θέση σοφή επί του θέματος αλλά αρκετά προχωρημένη γιατί έχει να κάνει και με την υπογεννητικότητα και με το θεσμό της οικογένειας που κινδυνεύει.
Εγώ δεν είμαι σε θέση ακόμα να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω μαζί της.
Ακολουθώ τον κανόνα του Χριστού «Αγαπάτε αλλήλους», το ίδιο θέλω να κάνουν και οι δικοί μου άνθρωποι γιατί όταν υπάρχει αγάπη κάθε πράξη είναι ευλογημένη’.
          ‘Η εκκλησία προτείνει να παίρνονται προφυλάξεις’;
          ‘Το αντίθετο, υπάρχουν όμως σύμφωνα των Αγίων Πατέρων όπως του Αποστόλου Παύλου που δέχονται την από κοινού συμφωνία του ζεύγους να παίρνουν προφυλάξεις ανάλογα βέβαια και τις συνθήκες ζωής τους’.
          ‘Ο Χριστός, αν μπορούσαμε να τον ρωτήσουμε τώρα τι θα έλεγε γι αυτό’;
           Χαμογελώντας ο Λευτέρης:
          ‘Ότι είναι προϊόν αγάπης, είναι αποδεκτό.
Έτσι πιστεύω ότι θα μας έλεγε’…
          ‘Η εκκλησία σ’ έχει επηρεάσει αρκετά βλέπω’.
          ‘Η αγάπη όπως εκείνος την αισθάνεται και θυσιάστηκε γι αυτήν δίνει απάντηση σε κάθε ερώτηση.
Εγώ με τις σκέψεις και πράξεις μου οφείλω να εφαρμόζω την τελειότερη κοσμοθεωρία που έχει δοθεί ποτέ στον άνθρωπο’.
          ‘Οι πράξεις σου έχουν σχέση και με το τυπικό που ακολουθεί η εκκλησία’;
          ‘Ακολουθώ τους κανόνες της προσευχής, της εξομολόγησης και της νηστείας φροντίζοντας παράλληλα με τον τρόπο ζωής μου να φαίνομαι αλλά και να είμαι άξιος αποδέκτης της ευλογίας που δέχομαι.
Αν δεν συμβαδίζει η ζωή μου όμως με τις σκέψεις και τα πιστεύω μου, όλα αυτά είναι άχρηστα.
Καμμία ΄Θεία Κοινωνία΄ δεν αποτελεί ΄δώρο΄ όταν η μετάνοια δεν είναι ουσιαστική και πραγματική, όταν η προσευχή είναι στείρα και εγωιστική,
όταν η εξομολόγηση δεν είναι ειλικρινής’…
            Η Ειρήνη δείχνει σκεπτική αλλά και προβληματισμένη.
           ‘Συγνώμη αν σε κουράζω με τις ερωτήσεις μου αλλά  επειδή μου δίνεις τη δυνατότητα να δω κάποια θέματα και από άλλη οπτική, γι αυτό σε ρωτάω.
           ‘Μην έχεις πρόβλημα, σε ακούω’
           ‘Φαντάσου έναν γιατρό Έλληνα, άθεο, που πολλές φορές βρίζει τα θεία αλλά προσφέρει έργο βοηθώντας τους ανθρώπους κάπου στο Αφγανιστάν,
σ’ ένα νοσοκομείο του Ο.Η.Ε γεμάτο αθώους, στοιβαγμένους σε διαδρόμους με τα κομμάτια τους χύμα να βρίσκονται από εδώ και από εκεί και που πολλές φορές μπερδεύονται μεταξύ τους, να τρέχει πανικόβλητος μεσ’ στα αίματα με το στηθοσκόπιο μόνιμα στα αφτιά του και την αγωνία φυτεμένη διαρκώς στη ψυχή του.
Πώς νιώθει, πώς ζει, πώς αναπνέει, πώς αισθάνεται;
Για εκείνον κάθε παιδάκι που σώζει είναι ένας άθλος, μια τεράστια χαρά και ικανοποίηση, ένα μήνυμα ζωής, με αποδέκτη όμως όχι τον Θεό που έχει
Απορρίψει, αλλά τον εαυτό του ή τους δικούς του όπως θα τους το περιγράφει μετά την επιστροφή.
Τότε που δεν θα κινδυνεύει, τότε που δεν θα χρειάζεται τα βράδια να κλέβει εμβόλια και σύριγγες και να επισκέπτεται κρυφά τους καταυλισμούς των αστέγων, να έρχεται πρόσωπο με πρόσωπο με τη δυστυχία, την απαξίωση
και το θάνατο.
Τότε που αυτά τα παιδιά δε θα ακούν το φοβισμένο βήμα του και δε θα ελπίζουν περιμένοντας τη ζωή μεσ’ από τα χέρια του αλλά θα προσεύχονται να έρθει και ένας άλλος σαν αυτόν ΄Θεός΄ να τα σώσει, η εκκλησία τι άποψη έχει για το έργο και την αποστολή του στη γη;
Είναι αποδεκτό;
Έχει θέση στον παράδεισο;
          ‘Η αγάπη του για τον άνθρωπο είναι και αγάπη προς τον Θεό.
Εδώ είναι πρόθυμος να θυσιάσει τη ζωή του για αυτούς τους δυστυχισμένους και δεν θα τον δεχτεί ο Θεός;
Ποιος Θεός είναι αυτός;
Ποιος Θεός συγχωρεί τους δολοφόνους και απορρίπτει εκείνον που δίνει το ΄είναι΄ του για τον άνθρωπο.
Πιστεύεις εσύ ότι υπάρχει τέτοιος Θεός’;
           Και χωρίς να περιμένει να πάρει απάντηση:
‘Ο Χριστός δικαίωσε τον καλό Σαμαρείτη και όχι τον τυπικό ιερέα  γιατί δεν είναι ο τύπος αυτό που μας ζητάει αλλά η ουσία και η ουσία είναι μία:
«Αγάπα τον πλησίον σου ως εαυτόν».
Δεν αγαπάει λες τους δυστυχισμένους ή νομίζεις ότι θα ήταν δύσκολο σε εκείνον με μια κίνηση να σταματήσει την καταστροφή και να δώσει ζωή, κουράγιο και ελπίδα σ’ αυτούς;
Πως παρεμβαίνει, παρεμβαίνει καθόλου;
Τι νομίζεις θα ήταν πιο καλό να κάνει;
Να αφανίσει εκείνους που φέρουν το άδικο και να ανακηρυχθεί σωτήρας ή να αφήσει τα πράγματα στο έλεος του ανθρώπου και του σατανά που ευθύνονται;
Πραγματικά δεν ξέρω και δεν θα μπορούσα να μάθω ποτέ το θέλημά του.
Πιστεύω όμως ότι αν ζητήσεις τη βοήθειά του θα στην δώσει.
Δεν γυρνάει την πλάτη και δεν αδιαφορεί ποτέ.
Τώρα τι είδους βοήθεια δίνει σ’ αυτούς τους λαούς που στενάζουν και υποφέρουν, εκείνος ξέρει.

                                         ==============    
 
           Η Ειρήνη προβληματισμένη πηγαινοέρχεται με το κεφάλι σκυφτό μπροστά από τον Δημήτρη που την κοιτάζει απορημένος.
          ‘Δεν πιστεύω να έχω χάσει πολύ χρόνο Μήτσο’;
          ‘Γιατί παιδί μου άργησες για το σχολείο’; κοιτώντας το ρολόι του:
          ‘Έχεις μισή ώρα ακόμα’.
          ‘Δεν εννοώ αυτό.
Τόσα χρόνια η ζωή μας ήταν κοντά στις υλικές απολαύσεις, στις ανέσεις και την εκκεντρικότητα.
Σπάνια βοηθήσαμε, όχι ότι μας το ζήτησαν και το αρνηθήκαμε αλλά δεν το
επιδιώξαμε και ούτε να σου πω μας ένοιαζε πολύ’.
           Ο Μήτσος με ύφος ένοχο:
          ‘Είχαμε όμως την πίστη μας, έτσι δεν είναι’;
          ‘Ποια πίστη ρε Μήτσο, κοροϊδευόμασταν.
Δεν φτάνει να κάνεις τον σταυρό σου και να λες ότι πιστεύεις.
Το ίδιο κάνει και ο διάβολος’.
          ‘Γιατί ρε γυναίκα μήπως κάναμε κανέναν φόνο, ληστέψαμε ή είπαμε στο δικαστήριο ψέματα’;
          ‘Σε άνθρωπο δεν κάναμε κακό αλλά ούτε και καλό.
Στο Χριστό και στην Παναγία κάναμε κακό όμως γιατί χάσαμε την επαφή’.
          ‘Την επαφή μαζί τους δεν την χάσαμε , απλά την αφήσαμε λίγο να ατονήσει.
Άνθρωποι είμαστε ρε Ειρήνη, απλοί και αδύναμοι που απορροφήθηκαν από τα προβλήματα της ζωής, που είναι το κακό’;
         ‘Είμαι φιλόλογος και έχω διαβάσει βιβλιοθήκες ολόκληρες, μαθαίνω όμως τις αλήθειες μόνο από ανθρώπους που διαβάζουν τον ΄Θεό΄ ’…

                                              ===============

           Ο παπα Γαβρίλης με τον Τάσο καθισμένοι στο παγκάκι περισσότερο σκέπτονται πώς θα πουν αυτό που πρέπει παρά τι θα πουν.
          ‘Πάτερ εδώ και λίγο καιρό έχουμε γίνει πιο αρεστοί και από τον Πρωθυπουργό.
Όσοι έχουν προβλήματα σε εμάς έρχονται δεν πηγαίνουν στους πολιτικούς ή τους γιατρούς ή όπου αλλού πρέπει, γι αυτό θέλω να τους αποθαρρύνεις για να μπορέσω και εγώ να τακτοποιήσω τις ανάγκες της οικογένειάς μου.
Αν κάθε ημέρα δέχομαι δέκα επισκέπτες όχι να δουλέψω δεν προλαβαίνω αλλά ούτε να πλυθώ.
Και άντε να εξηγήσεις στον κόσμο ότι δεν έχω το μαγικό ραβδί που λύνει όλα τα προβλήματα, ότι η πίστη είναι το όπλο και η προσευχή η παρηγοριά μου.
          ‘Ίσως παιδάκι μου έτσι θέλει η Παναγία να κάνεις’.
          ‘Θέλει όμως και η τράπεζα πάτερ τη δόση της που αν καθυστερήσεις περιμένει σαν το κοράκι να σου πάρει το σπίτι.
Και καλά να έχεις δουλειά  ώστε να μπορείς να την πληρώσεις,
αν δεν έχεις τι γίνεται’;
          ‘Ζητάς παιδάκι μου’.
          ‘Από την Παναγία ζητάω’;
          ‘Από παντού και από τον Θεό, γιατί το να κλέψεις ή να αδιαφορήσεις δεν είναι του χαρακτήρα σου.
Η δουλειά ίσως και κάτι τυχερό που θα σου φέρει μπορεί να βοηθήσει ώστε να έχεις άνεση και ν’ ανακουφίσει τις προσπάθειές σου’.
          ‘Ποτέ μέχρι τώρα δεν ζήτησα για τον εαυτό μου κάτι.
Πάντα προσεύχομαι για το καλό όλων και δεν ξεχώρισα ούτε τα παιδιά μου.
Ντρέπομαι πάτερ όταν σκέπτομαι ότι η προσευχή μου θα έχει κέντρο βάρους τον εαυτό μου’.
          ‘Τότε θα ζητήσω εγώ για σένα, είτε για τη δουλειά σου είτε για την άνεση που όλοι θέλουν και είναι φυσικό.
Η Παναγία έχει τον τρόπο να βοηθάει και να λυτρώνει αρκεί να ζητηθεί αυτό και να υπάρχει ειλικρινής πίστη.
Δεν κάνει διακρίσεις και κατά θαυμαστό τρόπο είναι πανταχού παρούσα.
Φυλάει τα σύνορα και προστατεύει ταυτόχρονα τις ψυχές μας.
Κλαίει όταν την υβρίσεις και στεναχωριέται.
Όταν την ζητήσεις όμως σε συγχωρεί και τρέχει δίπλα σου.
Στις δύσκολες μέρες που θα έρθουν θα έχει και περισσότερες προσκλήσεις
γι αυτό πρέπει να την υποδεχόμαστε στο σπίτι μας όπως τον φιλοξενούμενο συγγενή ή φίλο με κάθε ευγένεια..
Γιατί έτσι και εκείνη στο σπίτι του γιου της, την εκκλησία, σε καλοδέχεται και σε τιμά…
                                 
   
                                                 ΚΕΦΑΛΑΙΟ 5

                                        «ΧΩΡΙΣ ΚΕΚΤΗΜΕΝΑ»          

          ‘Η Παναγία μπορεί να μην κάνει διακρίσεις, οι άνθρωποι όμως ναι,
και μ’ αυτό που κάνουν φαίνεται ότι δεν την ακολουθούν, δείχνοντας με τις πράξεις τους και ότι δεν την πιστεύουν.
Οι άνθρωποι, αυτοί οι ευλογημένοι αλλά ταυτόχρονα καταραμένοι και ελεύθεροι που στο όνομα του Χριστού και μόνο θα έπρεπε να μετανοούν,
όχι για αυτά που τους καταλογίζουν αλλά γι αυτά που δεν έχουν κάνει
και είναι τόσα πολλά και σημαντικά.
Τι κάνουν όμως και τι δεν κάνουν;
Κοιτούν μόνο τον εαυτό τους ή νομίζουν ότι τον προσέχουν αφού αυτό που του προσφέρουν δεν είναι βασικά αυτό που θέλουν.
Και όταν έρχεται η στιγμή που το καταλαβαίνουν, δεν κάνουν κάτι για να διορθώσουν τα κακώς κείμενα αλλά  αδιαφορούν και με το «δε βαριέσαι» νομίζουν ότι θα λυθούν τα προβλήματα που οι ίδιοι δημιούργησαν από τις προσπάθειες κάποιων άλλων.
«Εγώ θα σώσω τον κόσμο;» έτσι σκέπτεται ο καθένας τους χωρίς να μπορεί
να καταλάβει ότι είναι ανίκανος να σώσει ακόμα και τον εαυτό του.
Ακόρεστοι στις υπερβολές, ανικανοποίητοι στις υλικές απολαύσεις,
αχόρταγοι στον πλούτο που μπορεί και να μη διαθέτουν αλλά να τον
κυνηγούν θέτοντας μοναδικό στόχο στη ζωή την απόκτησή του.
Πως άραγε θα ζούσαν αν δεν είχαν όλα αυτά για τα οποία αγωνίζονται να αποκτήσουν τώρα’;
          ‘Πρέπει ν’ απαντήσω τώρα Νίκη’;
          ‘ Όχι Νίκο και να θες δεν μπορείς.
Ο χρόνος θα φέρει τις απαντήσεις αργά, σιγά και επώδυνα δυστυχώς’.
           Ο Νίκος κοιτάζει το θερμόμετρο που είχε στο στόμα ο μικρός Γιάννης.
          ‘37 και 8, ευτυχώς υποχώρησε’.
           Η Νίκη βρέχει την πετσέτα και την βάζει στο μέτωπο του παιδιού αργά και στοργικά ενώ εκείνο δείχνει να κοιμάται χαμογελαστό και ήσυχο καταλαβαίνοντας την παρουσία της αλλά και την συμβατή αύρα ενός ξένου που πέτυχε να την συντονίσει με την τρομαγμένη ψυχούλα του.
Το χεράκι του σφίγγει τα δάκτυλα της Νίκης και το προσωπάκι του αφήνει να τρέξει ένα μικρό δάκρυ πετυχαίνοντας να εξασφαλίσει τον όρκο του Νίκου ότι δεν θα το αφήσει ποτέ πια μόνο του.
          ‘Τι ευκαιρίες έχει δώσει η κοινωνία σ’ αυτό το παιδί’;
          ‘Τι έχει πάρει από άλλους και τι έχει δώσει σε εκείνους που πρέπει’;
          ‘Άνιση μεταχείριση, άνιση κατανομή δικαιωμάτων αφού ο Γιάννης δεν έχει κανένα.
Είναι καταδικασμένος να μεγαλώσει στο ίδρυμα και αν μέχρι τα 18 του δεν
έχει υιοθετηθεί θα καταλήξει στο πεζοδρόμιο χωρίς κανένα εφόδιο, χωρίς υποστήριξη αφού το κράτος αδιαφορεί και όχι μόνο.
Ποιος κάνει λάθος εδώ, ο άνθρωπος ή ο Θεός, σε ποιον πρέπει να αποδώσουμε ευθύνες ή δεν πρέπει να μιλάμε για τον Θεό’;
          ‘Μην αφήνεις Νίκο το άδικο να μαυρίζει τη ψυχή σου και να συμπαρασύρει μπρος στην ορμή σου ένοχους και μη.
Κατεύθυνε εκεί που πρέπει την προσοχή σου και καταλόγισε τις ευθύνες στους υπεύθυνους, αυτούς που νομίζουν ότι το βήμα τους θα είναι αιώνια σταθερό και η αξία τους πάντα μεγάλη.
Και αν αυτό σου φαίνεται αδύνατο γιατί αισθάνεσαι μικρός ή λίγος, ο Θεός που επικαλέστηκες έχει αντίθετη άποψη αλλά και τεράστιες δυνατότητες.
Εκείνος γνωρίζει τις πράξεις του καθενός και έχει τον τρόπο να ζητήσει τον λόγο από τους φταίχτες.
Τι απολογία ή δικαιολογία θα έχει κανείς όταν θα σταθεί μπροστά του και θα πρέπει να απαντήσει στην ερώτηση «που είναι τα πλούτη σου, που είναι οι θέσεις που κατείχες και γιατί δεν τις έφερες τώρα εδώ»’;
          ‘Μιλάς για τη Δευτέρα Παρουσία’;
          ‘Μιλάω για τις μέρες της κρίσης που πλησιάζουν, για τις ημέρες εκείνες που το χρήμα, η δύναμη και η επιρροή θα μηδενιστούν.
Για τις ημέρες εκείνες που θα περπατούν δίπλα δίπλα οι πρώην βουλευτές και  υπουργοί, οι πρώην βιομήχανοι και τραπεζίτες, τα μπαφούδια της διαπλοκής και της απάτης και το μόνο που θα μπορούν να σου αποσπάσουν θα είναι ο οίκτος και η λύπησή σου γι αυτούς, γιατί το σάλιο σου θα είναι πολύτιμο.
Για τις ημέρες εκείνες που οι ΄πρώτοι΄ θα γίνουν ΄έσχατοι΄ και οι ΄έσχατοι΄ ΄πρώτοι΄.
           ‘Πως θα γίνουν αυτά;
Είναι θέλημα θεού ή αποτέλεσμα ανθρώπινης πράξης’;
            Η Νίκη σκύβοντας δίπλα από το μαξιλάρι του Γιαννάκη αφήνει το όμορφό της πρόσωπο να απαντήσει χαμογελώντας στον εκστασιασμένο Νίκο που φαίνεται ότι διψάει για σενάρια με πιθανές εξελίξεις.
          ‘Μη με κόβεις πάνω στο καλό τώρα’.
           Η Νίκη που έχει ανέβει όλη πάνω στο κρεβάτι και έχει ήδη κλείσει τα μάτια δείχνει να έχει αποχωρήσει από τη συζήτηση.
          Ο Νίκος που το παίρνει απόφαση χαλαρώνει, απλώνοντας τα πόδια  μπροστά από την καρέκλα και στηρίζοντας το σώμα του στο πίσω μέρος της, αφήνει να γείρει το κεφάλι του παραδίνοντας την συνείδησή του στον αιθέρα που κρυμμένος στροβιλίζεται γύρω του περιμένοντας να μοιράσει απαντήσεις στις αχόρταγες συνειδήσεις πριν αυτές κοιμηθούν.


                                     ==================
                       
           Ο Ηλίας και ο Γιάννης κουβαλούν προσεκτικά τα μεγάλα φωτοβολταϊκά τόξα, ενώ ο Δημήτρης με τον Λευτέρη κρατάνε τα μπόσικα και κατευθύνουν την κίνηση.
Η ταράτσα δονείται από το συντονισμένο βαρύ πάτημα των τεσσάρων αντρών ενώ οι ανεμόπυργοι που είναι ήδη τοποθετημένοι στις γωνίες της κοιτούν δειλά, μαρτυρώντας με την κίνησή τους την κατεύθυνση του αέρα και προδίδοντας το σκοπό του να δροσίσει τα ταλαιπωρημένα τους πρόσωπα.
          ‘Δημήτρη φέρνω τα εργαλεία’.
Ο Λευτέρης χάνεται γρήγορα αφήνοντας τους υπόλοιπους καθισμένους στον ξύλινο αναπαυτικό καναπέ μουσκεμένους από την κορυφή μέχρι τα νύχια
να απολαμβάνουν την άνεση του μεγάλου του χώρου και τη δροσιά της σκιερής κεραμοσκεπής που στέκει από πάνω τους επιβλητική.
          ‘Ρε σεις πολύ άνετος ο καναπές, μαλακός και μεγάλος’.
          ‘Τον έφτιαξε μόνος του ο Λευτέρης Ηλία’ και με αυστηρό ύφος ο Γιάννης, ‘πιάνουν τα χέρια του δεν είναι αραχτός όλη την ημέρα επειδή κέρδισε στο τζόκερ και δεν ξαναδουλεύει’.
          ‘Τώρα με κουρντίζεις πάλι λες και φταίω εγώ που κέρδισα πολλά’.
          ‘Σε κουρντίζω γιατί δεν είσαι δημιουργικός.
Αφήνεις τον χρόνο σου να περνάει ανεκμετάλλευτος ενώ όλοι ξέρουμε πόσο καλός μαραγκός είσαι και τι μπορείς να κάνεις’.
          ‘Θα αράζω όσο θέλω και το ονειρεμένο κρεβάτι που μου περιέγραψες
θα στο φτιάξω στη γιορτή σου, του άγιου Γιάννη του Θεονήστικου’.
           Ο Λευτέρης εμφανίζεται κρατώντας στο ένα χέρι την εργαλειοθήκη και στο άλλο γυάλινα μπουκαλάκια με κρύο τσάι, πορτοκαλάδα και λεμονάδα από στυμμένα φρούτα.
Τα αφήνει στο τραπέζι μπροστά τους, κάθεται εμπρός από τα έκπληκτα μάτια τους και δοκιμάζει ατάραχος ένα μπουκαλάκι με τσάι.
          ‘Τι είν’ αυτά ρε Λευτέρη’;
          ‘Πιείτε τα τώρα που είναι κρύα μέχρι να έρθουν οι καφέδες.
Είναι δική μου παραγωγή, φυσικά χωρίς συντηρητικά.
Δοκιμάστε και αν δεν σας αρέσουν αφήστε τα δεν υπάρχει πρόβλημα’.
          Διστακτικά δοκιμάζουν και εκτός από το επιφώνημα της ικανοποίησης αφήνουν και τα μάτια τους να εκφραστούν με απορία κοιτώντας προσεκτικά το περιεχόμενο.
        ‘Τι είν’ αυτό ρε Λευτέρη, τι γεύση ωραία είν’ αυτή και πως το έφτιαξες’;
        ‘ Έχουμε χρόνο να τα πούμε’, και χαμογελώντας: ‘γιορτάζει ο Γιάννης;
Έτσι μου φάνηκε ότι άκουσα’.
           Χαμογελώντας ο Ηλίας:
          ‘Πλάκα του έκανα προηγουμένως.
Με είπε τεμπέλη και άχρηστο γι αυτό’.    
          ‘Εγώ να δεις τι πλάκα θα σου κάνω όταν θα δω τη Φανή και θα της πω ότι έχεις σκοπό να μην αγοράσεις κρεβατοκάμαρα για το γάμο αλλά θα τη φτιάξεις μόνος σου’.
           Ο Δημήτρης αλλάζοντας θέμα και απευθυνόμενος στον Λευτέρη:
          ‘Εσύ τι θα έκανες αν είχες κερδίσει πολλά λεφτά σε τυχερό παιχνίδι’;
           Χαμογελώντας και με ύφος εύθυμο:
          ‘Πρώτα θα έφτιαχνα ένα κρεβάτι από οξιά γιατί αυτό τρίζει και καμιά φορά μαζευόμαστε μην ακουστούμε και από το παιδί’.
          Όλοι γελούν και ο Γιάννης καρπαζώνει τον Ηλία ενώ ο Λευτέρης σοβαρεύεται και συνεχίζει:
          ‘Εκτός από κάποιες ανάγκες του σπιτιού’, δείχνοντας γύρω,
‘όπως αυτά, που πήρα δάνειο για να τα αγοράσω, όλα τα υπόλοιπα θα τα έδινα σε ιδρύματα για τα παιδιά, τους άπορους και τους άστεγους που έχουν ανάγκη.
Ηλία δε θέλω να σε κρίνω μ’ αυτό που είπα, εκτός του ότι δεν είμαι άξιος, μπορεί να έχεις κάνει αξιολογότερες πράξεις και να μη το ξέρει κανείς’.
          ‘Δεν έχω κάνει κάτι που να έχει ακουστεί όπως το είπες και αυτό
μετράει για μένα’.
         ‘Όλοι κοιτούν τον Ηλία τώρα με απορία:
         ‘Τα έδωσες όλα’; ρωτάει ο Γιάννης.
         Ο Ηλίας σκύβοντας λίγο το κεφάλι και με μισοκακόμοιρο ύφος:
         ‘Κράτησα τα μισά’, κοιτώντας τον Λευτέρη που χαμογελάει, ‘πειράζει’;
         ‘Για μένα είσαι άρχοντας’.        
Τη συζήτηση διακόπτει η εμφάνιση της Πέρσας που κρατώντας ένα μεγάλο δίσκο με καφέδες έρχεται με αργά βήματα.
Ο Ηλίας τρέχει και παίρνει το δίσκο από τα χέρια της και τον ακουμπάει στο τραπέζι.
          ‘Ευχαριστώ πολύ Ηλία, είσαι πολύ ευγενικός.
Στο δίσκο οι κόκκινες κούπες είναι του Νίκου και της Νίκης που έρχονται.
Σε λίγο με την Ειρήνη θα ετοιμάσουμε ουζομεζέδες.
Ο Νίκος φέρνει ούζο Μυτιληνιό και κρασί Σαντορινιό’.
           Το φεγγάρι τους βρίσκει καθισμένους στον καναπέ γύρω από το μεγάλο τραπέζι και σαν απρόσκλητος επισκέπτης μεγεθύνει με την παρουσία του τη διάθεση που καλλιέργησε το ούζο, το κρασί και η καλή παρέα.
Σαν πιάτο ολόγιομο, στέκει μπροστά τους επιβλητικό συντονίζοντας τα όνειρά τους, δίνοντάς τους έναν κοινό σκοπό, μία κοινή κατεύθυνση, άγνωστη,  για να τονίζεται και το πέπλο του μυστηρίου που δεν θα αργήσει να ξετυλιχθεί.
Οι μεζέδες στους μισοάδειους δίσκους σαν παραπονεμένοι, γιατί δεν προτιμούνται, στέκουν αμέτοχοι στο αισθησιακό τεστ που έχει υποβάλει η σελήνη στην πολυπληθή παρέα.
Λίγες γουλιές ούζο ή κρασί συντηρούν τη διάθεση και το κέφι που είναι όμως έτοιμο να δώσει τη θέση του στη συζήτηση και τον προβληματισμό.
Τα κουρασμένα μάτια τους εκπέμπουν μηνύματα απορίας και πνευματικής ανησυχίας, ενώ οι αποδέκτες τους συντονίζονται πρώτα με την σεληνιακή ίριδα, η Νίκη εκστασιάζεται, και κατόπιν με την πνευματική ενασχόληση,
η Πέρσα διαλογίζεται.
          ‘Γιατί θέλετε τόσο τα φωτοβολταϊκά και απ’ ότι κατάλαβα φροντίσατε να έχετε αρκετή περίσσεια ενέργειας’;
          ‘Με την επιδότηση του κράτους είναι προσιτή πλέον η τιμή τους.
Έτσι θα κάνουμε απόσβεση σε πέντε χρόνια πουλώντας το ρεύμα που περισσεύει στην Δ.Ε.Η.
Σ’ αυτό το διάστημα θα πληρώνουμε για τη δική μας κατανάλωση πιο φτηνά’.
          ‘Και δε μου λες ρε Πέρσα, μετά τα πέντε χρόνια’;
          ‘Κοίτα να δεις Δημήτρη, μπορούμε να πουλήσουμε πάλι στη Δ.Ε.Η ή να το χαρίσουμε στους γείτονες’.
          ‘Σε εποχή μεγάλης ζήτησης μια πιθανή διακοπή θα επηρεάσει και εσάς’;
          ‘Εμάς όχι, γι αυτό φροντίζουν τώρα να επεκτείνουν τις εγκαταστάσεις σε σχολεία και νοσοκομεία για ν’ απαλλαγούν από τον κίνδυνο μπλακ άουτ’.
          ‘Ενδιαφέρον’, γνέφει ο Γιάννης, ‘εσύ όμως Λευτέρη κάνεις και άλλες αγορές θα έλεγα περίεργες, όπως το μηχάνημα που παράγει νερό πόσιμο’,
‘30 λίτρα την ημέρα’, παρεμβαίνει ο Λευτέρης με γελαστό ύφος.
          ‘Εγώ είδα κάποια πακέτα με φίλτρα για βρύση αλλά και πορώδη υλικά ειδικά για εμφύτευση στο εσωτερικό τους σπόρων’, προσθέτει ο Δημήτρης και χαμογελώντας: ‘μήπως ετοιμάζεσαι να αντιμετωπίσεις πυρηνικό ολοκαύτωμα’;
          ‘Πίστεψέ με Δημήτρη, κάποια στιγμή θα με ευλογείς επειδή διαθέτω αυτά τα μέσα και ας μείνουμε τώρα στο ότι θέλω να είμαι αυτάρκης και να εξαρτώμαι όσο το δυνατόν λιγότερο από τις μολυσμένες επιλογές που μου προσφέρουν.
Όλα τα απόκτησα με δάνειο από μια τράπεζα που θα χρωστάω σχεδόν για όλη μου τη ζωή και δεν συνιστώ να το κάνει αυτό ο καθένας’.
          ‘Δηλαδή με αυτά έχεις λύσει το πρόβλημα του νερού και της τροφής κατά κάποιο τρόπο’;
          ‘Και προσπαθώ να γίνω αυτάρκης σε τομείς όπως η υγεία, η παιδεία και η διασκέδαση’.
          ‘Δηλαδή αν κούφια η ώρα’ και χτυπάει ξύλο ο Νίκος, ‘αρρωστήσεις ή κάποιο μέλος της οικογένειάς σου παρουσιάσει πρόβλημα υγείας δεν θα πας στο νοσοκομείο’;
          ‘Αν υπάρχει νοσοκομείο βεβαίως και θα πάω’, απαντά ο Λευτέρης.
          ‘Τι εννοείς, αν υπάρχει νοσοκομείο, μήπως το ότι λείπουν οι γιατροί; Γιατί εδώ που τα λέμε και νοσοκομείο να υπάρχει κανένας δεν βρίσκεται στη θέση του αφού το έχουν μετατρέψει σε τσιφλίκι τους και όποτε θέλουν εμφανίζονται’.
          ‘Τα κεκτημένα του καθενός είναι προσωρινά.
Ο κάθε κατεργάρης θα πάει στον πάγκο του και σ’ αυτό εγγυάται ο Θεός’.
          ‘Πως το γνωρίζεις αυτό’; ρωτάει η Ειρήνη.
Δεν είναι ισοπεδωτική η άποψη ότι ο Θεός θα καταστρέψει τη δομή της σημερινής κοινωνίας’;
          ‘Είναι λύτρωση’, απαντάει η Νίκη.
          ‘Φανταστείτε τη χαρά όλων των χρεωμένων από τις τράπεζες και το δημόσιο που δεν θα έχουν πλέον αυτό το άγχος της συνεχούς πίεσης; «πλήρωσε γιατί αλλιώς θα χάσεις το σπίτι σου, πλήρωσε γιατί αλλιώς θα πας φυλακή, πλήρωσε γιατί αλλιώς θα μπεις στον μαύρο πίνακα» που μόνο σήψη δείχνει κοινωνική αφού δεν μιλάμε για δέσμευση αλλά ολοκληρωτική εξάρτηση του πολίτη από ένα κράτος αδικίας και προσβολής.          
Φανταστείτε τη χαρά των παιδιών όταν θα παίζουν ελεύθερα στον δρόμο χωρίς να φοβούνται την απαγωγή ή τον βιασμό που τρομάζει σήμερα κάθε γειτονιά.
Φανταστείτε τη χαρά των ανθρώπων όταν τα πρότυπα θα αλλάζουν και θα αναδεικνύονται αξίες προπομποί της αναγέννησης του πνεύματος και του ήθους.
          ‘Πως πρέπει να βλέπουμε εμείς οι εκπαιδευτικοί όχι μόνο την εικόνα της κοινωνίας αλλά και τη βελτίωσή της’; ρωτάει η Ειρήνη.
          ‘Εμείς σαν συνειδητοί εκπαιδευτικοί και πυλώνες της κοινωνίας έχουμε χρέος να διατηρήσουμε το πνεύμα, το ήθος και τις αξίες.
Να τις διδάξουμε στα παιδιά, να αξιοποιήσουμε τις ικανότητές τους,
ν’ αναδείξουμε τα ταλέντα τους ώστε να διαιωνίσουμε την καινούργια γενιά που στη θέση μας θα έχει να προσφέρει περισσότερο στους απογόνους της.
Η κοινωνία όμως δεν συμβάλει σ’ αυτή την προσπάθεια και φροντίζει με τους νόμους της αδιαφορίας και του συμφέροντος να δείχνει την απουσία της.
Είναι πολύ σάπιες πλέον οι βάσεις στις οποίες στηρίζεται, χωρίς προγραμματισμό για το αύριο, ούτε και για το σήμερα, αυτό ειδικά εμείς το βλέπουμε καθημερινά.
Οι κοινωνικοί δεσμοί έχουν χαλαρώσει και οι κρατικές παρεμβάσεις αραιώνουν επιδεικτικά.        
Αν δεν βλέπετε ότι φτάνουμε σε αδιέξοδο σημαίνει ότι δεν καταλαβαίνετε το βαθύ ρήγμα που υφίσταται η κοινωνία και που θα οδηγήσει στη διάλυσή της’.
          ‘Ο Θεός εδώ τι ρόλο παίζει’; ρωτάει πάλι η Ειρήνη.
          ‘Ο Θεός θέλει τον άνθρωπο ευτυχισμένο.
Εσύ πιστεύεις ότι τα παιδιά μας θα μπορέσουν να ζήσουν όπως έζησαν οι παππούδες μας ή έστω όπως εμείς και αν ναι, πες μου πως θα γίνει αυτό’;
          ‘Δεν το πιστεύω ρε Πέρσα αλλά τουλάχιστον ελπίζω’.
          ‘Καλά κάνεις και ελπίζεις αλλά όπως ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή έτσι σίγουρα και απλά ο Θεός θα καταργήσει την κοινωνία του αίσχους,
της ντροπής και της απάτης, θα διαλύσει το κράτος των κεκτημένων και θα
εξισώσει τους ανθρώπους, πίστεψέ με έχει τον τρόπο του.
         ‘Για την ανάλυσή σου δεν αμφιβάλω ότι είναι σωστή, στο συμπέρασμα όμως ότι ανέχεται ή συμμετέχει ο Θεός στα δρώμενα που επίκεινται δε θα με βρεις σύμφωνη.
Συνήθως Θεϊκές παρεμβάσεις δε βλέπουμε.
Δεν μας συνηθίζει βλέπεις, ούτε μας κάνει τη χάρη να εμφανίζεται και να διορθώνει τα κακώς κείμενα.
Τι έχεις να πεις γι αυτό’;
          ‘ Άκουσε να δεις Ειρήνη, μέσα από τις πράξεις των ανθρώπων θα περάσει και το θέλημα του Θεού.
Ποτέ εκείνος δεν ενεργεί άμεσα και ο λόγος είναι ότι θα καταργούσε έτσι το αυτεξούσιο και την ελευθερία που έχει δώσει στον άνθρωπο να ζει με τις ευθύνες των πράξεών του και να λύνει με το μικρό του μυαλό τα μεγάλα
του προβλήματα.  
Ένας άνθρωπος ωφελημένος εμφανώς από τον Θεό δεν θα ήταν παρά ένα ον υποταγμένο και μόνο στη μοίρα που θα του καθόριζε ο ύψιστος και που μοναδικό σκοπό στη ζωή του θα είχε τη λατρεία του για Εκείνον.
Προσηλωμένος και αιχμάλωτος της μοιρολατρίας, χωρίς ίχνος δημιουργικότητας, ποιότητας ήθους και ελεύθερης βούλησης δεν θα ήταν
παρά ένας κρίκος μιας αλυσίδας που δεν θα μπορούσε ποτέ ν’ αποσπαστεί
και να ξεχωρίσει για να προβάλει τις επιδεξιότητες και τα ταλέντα του.
Έτσι θέλεις να ενεργήσει ο Θεός’;
          ‘Μ’ έπεισες και σ’ αυτό, πες μου όμως γιατί επί των ημερών μας θα γίνουν όσα ισχυρίζεσαι’;
           Τον λόγο παίρνει ο Λευτέρης,
          ‘ Όπως το ώριμο φρούτο δείχνει πότε θα αποχωριστεί από το δέντρο, έτσι και οι ημέρες που έρχονται δεν αφήνουν περιθώρια μετάθεσης των γεγονότων.
Ο κόσμος δεν αντέχει άλλο, ανησυχεί, φοβάται, πιέζεται και μάλιστα τόσο πολύ που το ξέσπασμα της αντίδρασής του θα είναι βίαιο, απότομο και τραγικό’.
          ‘ Έχουν σχέση μήπως αυτά που αναφέρεις με τις προετοιμασίες εδώ
στο σπίτι σου;
Ετοιμάζεσαι για κάτι που θα έρθει ξαφνικά και που μόνο εσύ γνωρίζεις;
Ή απλά οργανώνεσαι ν’ αντιμετωπίσεις μια πιθανή κρίση που θα φέρει ανατροπές και θα αλλάξει τις κοινωνικές ισορροπίες αλλά και τον τρόπο ζωής  στον πλανήτη;
Δεν προσπαθώ να σου αποσπάσω κάτι για το οποίο μπορεί να μη θέλεις να μιλήσεις, απλά αναρωτιέμαι και προβληματίζομαι γιατί κανείς από εμάς δεν σχεδιάζει τη ζωή του τόσο προσεκτικά όπως εσύ, ούτε εκκλησιάζεται όπως εσύ ακολουθώντας τα τυπικά της θρησκείας αλλά και την υπερβολική θα έλεγα
αποδοχή της πίστης προς τα ιερά και όσια.
Έχω ακούσει για το πρόβλημα που αντιμετώπισες με την υγεία σου και ότι το  ξεπέρασες με θαυματουργό τρόπο.
Κατάλαβα ότι υπήρξε παρέμβαση άνωθεν και ότι η ζωή σου μέχρι τώρα είναι διαφορετική από αυτήν που έκανες πριν παντρευτείς, ήταν όμως αυτή η παρέμβαση τόσο ισχυρή ώστε να σου χαράξει στην ψυχή άλλες αξίες, άλλες συνήθειες και τρόπους επιβίωσης τόσο διαφορετικούς’;….

                                       
                   
                                                   ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

                                             «ΟΙ ΤΡΕΙΣ ΑΝΤΡΕΣ»

          ‘Νωρίς ήρθες σήμερα, περίμενα ότι θα αργούσες’.
          ‘Συμβαίνουν ευχάριστα πράγματα και έμαθα επιτέλους ποιος πλήρωσε τις δόσεις στην τράπεζα’.
          Η Παρασκευή κοιτάζει τον Τάσο στα μάτια.
         ‘Είναι ένας ηλικιωμένος κύριος από το γηροκομείο.
Όσο καιρό πηγαίνω εκεί και βοηθάω τους γέροντες, έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τη ζωή μου, τη δράση μου και τις επιλογές μου, βλέπεις η φήμη με ακολουθεί παντού.
Κάποια στιγμή εκείνος βρέθηκε στην τράπεζα και απ’ ότι μου είπε ένας
υπάλληλος που ισχυρίζεται ότι μου χρωστάει χάρη, άκουσε για το χρέος μου σε κάποια συζήτηση του διευθυντή με έναν άλλο υπάλληλο.
Αποπλήρωσε τότε τις χρωστούμενες δόσεις και τις επόμενες δώδεκα, παρακαλώντας να μη μάθω γι αυτό.
Ο υπάλληλος όμως, θέλοντας να μου ξοφλήσει τη χάρη, μου το είπε.
Ξέρεις ρε γυναίκα τι βοήθεια ήταν αυτό.
Από την άλλη δε μου πάει να δεχτώ αυτό το μεγάλο δώρο ειδικά από έναν άγνωστο και σκέπτομαι να επιστρέψω τα χρήματα πίσω’.
          ‘Μη το κάνεις Τάσο, είναι λάθος η σκέψη σου.
Δεν βλέπεις ότι ανταμείβεσαι γι αυτά που προσφέρεις.
Η Παναγία σε βοηθάει’.
          ‘Δε το ζήτησα και δε νομίζω ότι είμαι άξιος να πάρω από Εκείνη’.
          ‘Ο γέροντας ικανοποιήθηκε από τη βοήθεια και τη στήριξη που του πρόσφερες.
Ούτε παιδιά ούτε σκυλιά έχει, μόνο εσένα που ξενύχτησες δίπλα του,
μακριά από το σπίτι σου, κοντά του μέχρι που ανάρρωσε από την αρρώστια του και στο ξεπληρώνει με τον καλύτερο τρόπο που δε δείχνει μόνο ανθρωπιά αλλά και ταπεινότητα αφού δε θέλησε να γίνει γνωστή η πράξη του.
Τα λόγια σου φαίνεται ότι πιάνουν τόπο στους ανθρώπους και οι πράξεις σου τους παραδειγματίζουν αφού δεν ζητάς, μόνο δίνεις.
Στο γηροκομείο δούλεψες προσφέροντας προσωπική εργασία, τους έμαθες και τους αύξησες τα ενδιαφέροντα στη σπορά και καλλιέργεια, έκτισες τους
φούρνους και τώρα μπορούν να φτιάχνουν μόνοι το ψωμί και το φαΐ τους
χωρίς να επιβαρύνουν τη διεύθυνση, προπαντός όμως τους δίδαξες με τη συμπεριφορά σου τι θα πει αγάπη.
Και όλα αυτά άρχισαν να συμβαίνουν από τη στιγμή που αποκαταστάθηκε ο λόγος σου, απ’ ότι φαίνεται και το πνεύμα σου’.
          ‘Αυτά που λες Παρασκευή με βάζουν σε μεγάλη σκέψη γιατί δε σου το κρύβω ότι φοβάμαι πάρα πολύ.
Εγώ θεωρώ τον εαυτό μου ένα τίποτα που όχι μόνο δε πήγε σχολείο αλλά που έμαθε να διαβάζει μόλις πέρσι.
Δεν λέω βελτιώθηκαν οι εκφράσεις μου, κατανοώ πολύ γρήγορα ότι διαβάζω και απαντώ εξίσου γρήγορα χωρίς να προλάβω να σκεφτώ σε ότι με ρωτήσουν.
Από την ημέρα που επαληθεύτηκε μέρος του ονείρου τα πράγματα άλλαξαν μέσα μου, αλλά και έξω από μένα.
Βρέθηκα να έχω ελεύθερο χρόνο, με τις δόσεις πληρωμένες, το ψυγείο μου γεμάτο και την οικογένειά μου να ζει με άνεση χωρίς αγκομαχητό και άγχος’.
          ‘Δε βλέπεις ότι σε κατευθύνει εκεί που θέλει εκείνη;
Δεν καταλαβαίνεις το ρόλο που σου έχει αναθέσει’;
Ήδη πολλοί άνθρωποι από τα λόγια σου μόνο επέστρεψαν στην εκκλησία και στον Χριστό αλλά και προσεύχονται σ’ αυτόν να σε έχει καλά.
Σε θέλουν γερό, δυνατό και έτοιμο να τους στηρίζεις όποτε χρειαστεί’.
          ‘Μη μου λες τέτοια πράγματα ρε γυναίκα, είναι βαρύ το φορτίο και ασήκωτο για έναν ασήμαντο σαν και εμένα, με κινδύνους άγνωστους και μεγάλους που δύσκολα αποφεύγονται’.
          ‘Με τη βοήθεια της Παναγιάς θα τους ξεπεράσεις, αλλά πες μου, εκείνους τους τρεις άντρες που σε κοιτούσαν στο όνειρό σου την ώρα που
είδες το φίδι, τους είδες πάλι’;
          ‘Τους βλέπω συχνά χωρίς όμως να φοβάμαι, ούτε και να κρύβομαι
και αποτελούν το μέρος του ονείρου που συνεχίζει ακόμα.
Είναι σα να τους ξέρω από παλιά και νιώθω ότι θέλουν κάτι να μου πουν.
Με βλέπουν από μακριά, διακριτικά θα έλεγα, έχοντας ένα συγκρατημένο χαμόγελο και ταυτόχρονα μια αυστηρότητα που δείχνει ότι κάτι θα ζητήσουν  να κάνω αλλά μάλλον δεν είναι τώρα η ώρα’.

                                       =================

          ‘Μάλλον δεν είναι η ώρα να σας μιλήσω για την περιπέτειά μου’.
          ‘Γιατί Λευτέρη, εγώ σαν γυναίκα σου  ξέροντας τους προβληματισμούς και ενδοιασμούς που έχεις, πιστεύω ότι είναι η πιο κατάλληλη στιγμή’.
           Σκύβοντας το κεφάλι ο Λευτέρης με αργό και σοβαρό ύφος:
          ‘ Όλα ξεκίνησαν όταν στην εντατική που βρισκόμουν σε κωματώδη κατάσταση ένιωσα τον κόσμο όχι με τις αισθήσεις που χρησιμοποιούμε,
αλλά με κάποιες άλλες, άγνωστες και εντυπωσιακές.
Χρώματα φανταστικά γέμιζαν τον χώρο, αντικείμενα, μέσα σ’ αυτά και εγώ, ανάλαφρα που με μια κίνηση θα μπορούσαν να βρεθούν οπουδήποτε, γαλήνη και ξεγνοιασιά, μηδενικό άγχος αλλά και έλλειψη κατεύθυνσης, προορισμού και ταυτότητας.
Δεν ήξερα τι είμαι, ποιος είμαι, τι κάνω, τι πρέπει να κάνω.
Έβλεπα τον κόσμο γύρω μου από όποια γωνία θέλεις.
Από ψηλά, από κάτω, από δίπλα, μα κανείς δεν έβλεπε εμένα.
Δεν υπήρχα, δεν ένιωθα ότι υπήρχα όπως πριν, μόνο τους δικούς μου έβλεπα δίπλα από το άψυχο σώμα που έμοιαζε με την εικόνα που θυμόμουν ότι είχα και καταλάβαινα ότι κάτι με ενώνει με τον επίγειο κόσμο.
Ξαφνικά ένιωσα ότι πετούσα έξω και πέρα από το νοσοκομείο.
Πετούσα ασταμάτητα και διαπερνούσα σε μηδενικό χρόνο διαστάσεις άγνωστες και καταστάσεις πρωτόγνωρες μέχρι που προσγειώθηκα κυριολεκτικά σ’ έναν χώρο που πάλι υπήρχαν άνθρωποι, αλλά όλοι χαμογελαστοί και γαλήνιοι.
Περνούσαν από δίπλα μου με έναν ρυθμό που έδειχνε ότι κάτι έχουν να κάνουν, μέσα σ’ έναν κόσμο που λίγο θύμιζε τον δικό μας αλλά οι περισσότεροι με χαιρετούσαν’.
          ‘Καλώς ήλθες’ ή ‘Πως είσαι’;  ή ‘Είσαι καλύτερα τώρα’;
          ‘Κανείς όμως δεν με ρώτησε πως με λένε ή από πού είμαι, μέχρι που άρχισα να νευριάζω.
Πριν εκραγώ ένα χαμογελαστό παλικάρι στάθηκε δίπλα μου με σκοπό να ασχοληθεί μαζί μου.
          ‘Τι θέλεις να μάθεις’; με ρώτησε.
          ‘Που βρίσκομαι, ποιοι είναι όλοι αυτοί και ποιος είσαι εσύ’;
          ‘Εδώ που ήρθε η ψυχή σου, είναι σταθμός και ήρθε προσωρινά..
Εγώ και οι υπόλοιποι, είμαστε εδώ αρκετά  χρόνια, όπως τα υπολογίζετε στην γη, για να υποδεχόμαστε και να προετοιμάζουμε τις ψυχές που μας επισκέπτονται ή έρχονται μόνιμα’.
          ‘Είπες ότι θα μείνω λίγο, άρα δεν έχω πεθάνει, έτσι δεν είναι’;
          ‘Ακριβώς’.
          ‘Και εσύ να υποθέσω ότι είσαι ένας άγγελος’;
          ‘Σωστά το υπέθεσες’.
          ‘Οι πραγματικές σας μορφές αυτές είναι’;
          ‘Δέξου το έτσι για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε’.
          ‘ Όσοι πέθαναν είπες ότι έρχονται εδώ μόνιμα’;
          ‘Πάντως το ότι δεν γυρίζουν πίσω και ότι από εδώ ίσως πάνε κάπου αλλού, νομίζω ότι σε καλύπτει’.
          ‘Εκείνη τη στιγμή κοιτάζω τρεις άντρες που στέκονταν ποιο πέρα και φαίνεται ότι με ζύγιζαν με τον τρόπο τους.
Είχαν μακριά μαλλιά και γένια ενώ το βλέμμα τους ήταν ταυτόχρονα χαμογελαστό και αυστηρό.
Ποιοι είναι αυτοί; ρωτάω τον συνομιλητή μου’
          ‘Ο λόγος για τον οποίο έκανες αυτό το μικρό ταξιδάκι.
Όταν θα συνέλθεις εκεί κάτω θα τους βλέπεις συχνά , μέχρι που κάποια στιγμή θα συνεργαστείτε.
Μη φοβηθείς, να θυμάσαι τα πρόσωπά τους και να κάνεις ότι σου πουν.
Έχουν τον τρόπο να σε βρίσκουν αλλά και να σε βοηθούν σε ότι σου συμβεί.
Πήγαινε τώρα’…
          ‘Βλέπω τότε έναν πελαργό να με καθοδηγεί στην επιστροφή και πριν το καταλάβω να ξυπνάω στο νοσοκομείο…
Τα πρόσωπα που αμέσως αναγνώρισα δεν είχαν να κάνουν με κανένα από όσα συνάντησα εκεί ψηλά στο υπερπέραν…
Οι γονείς μου και τ’ αδέλφια μου, ενώ ένα κρεβάτι πιο πέρα που ακόμα δεν είχα γνωρίσει, επέβλεπε τη άρρωστη θεία της…      
Από τότε μέχρι προχτές έβλεπα τους τρεις άντρες μόνο στον ύπνο μου,
αλλά κάθε φορά θυμόμουν πολύ καλά το όνειρό μου’.
          ‘Ξέρεις τελικά ποιοι είναι αυτοί’; ρωτάει ο Νίκος, με την έκφραση απορίας, όχι μόνο στο δικό του, αλλά και στα πρόσωπα των υπολοίπων να κυριαρχεί όλων των εκφράσεων.
          ‘Στην πορεία κατάλαβα ποιοι είναι χωρίς να χρειαστεί να μου το δηλώσουν’
          ‘Ποια πορεία και επιτέλους ποιοι είναι’; πετάγεται ο Ηλίας με ύφος έντονα δυσαρεστημένο αφού δεν παίρνει άμεσα τις απαντήσεις που ζητάει.
          ‘Από τη στιγμή που κατάλαβα τον εαυτό μου και γνωρίστηκα με την Πέρσα οι συζητήσεις μας δεν είχαν να κάνουν με όλα αυτά.
Ζήσαμε έντονα την αρχή της γνωριμίας μας και καταλήξαμε στο γάμο
σχεδόν αμέσως.
Έβλεπα όμως τακτικά στα όνειρά μου τους τρεις άντρες, μάλιστα με τον τρόπο τους με προειδοποιούσαν για κάτι που πιθανόν να μου συνέβαινε, καλό ή κακό.
Σπάνια μου μιλούσαν και σχεδόν πάντα από την έκφρασή τους καταλάβαινα τι έπρεπε να κάνω.
          ‘Για την Πέρσα τι κατάλαβες’; ρωτάει ο Δημήτρης χαμογελώντας.
          ‘Από την αρχή μέχρι τώρα χαμογελούν όταν την κοιτούν ή όταν την σκέπτομαι, σα να συμφωνούν με την παρουσία της δίπλα μου.
Εκείνη’, κοιτώντας σοβαρά την Πέρσα, ‘μου πρότεινε να συμβουλευτώ ιερέα, πράγμα που έκανα.
Άρχισα τότε να ακολουθώ τους τύπους της εκκλησίας, μάλιστα πολλές φορές ξεπερνούσα και την υπερβολή.
Υπήρξε διάστημα που έτρωγα παξιμάδια και έπινα μόνο πορτοκαλάδα, συνδυάζοντας την προσευχή με τη νηστεία και την μετάληψη, έχοντας σα στόχο το καθάρισμα της ψυχής μου χωρίς παράλληλα οι σχέσεις μου με την Πέρσα να κινδυνεύουν, το αντίθετο μάλιστα με ενίσχυε στις προσπάθειές μου αυτές δείχνοντας πολύ μεγάλη κατανόηση.
          ‘Δεν εργαζόσουν τότε’; ρωτάει ο Δημήτρης.
          ‘ Ήμουν στο στάδιο της ανάρρωσης, όμως το ποσό που είχα εισπράξει από την ασφαλιστική έλυνε τα προβλήματα διαβίωσης’.
          ‘Τι έγινε μετά’; ρωτάει η Ειρήνη με αγωνία.
          ‘Κάποιο βράδυ μου μίλησε ένας από αυτούς’.
          ‘Τι σου είπε και ποιος ήταν επιτέλους αυτός’; ρωτάει ο Νίκος;
          ‘Αυτός που μου μίλησε ήταν ο αρχάγγελος Μιχαήλ’.
           Η παρέα των γειτόνων και φίλων μένει άφωνη με την έκπληξη αλλά και τον προβληματισμό φανερό στα πρόσωπά τους.
          ‘Πως το ξέρεις ότι ήταν αυτός, σου συστήθηκε’; μόλις που κατορθώνει να ρωτήσει η Ειρήνη.
          ‘Ακριβώς, μου συστήθηκε αλλά μου σύστησε και τους άλλους δύο,
ώστε όταν ξύπνησα όχι απλά τους θυμόμουν αλλά από το δέος που ένιωσα προσευχόμουν ώρες ολόκληρες’.
Σκύβοντας το κεφάλι και με ύφος ταπεινό: ‘Ξέρω ότι αυτά που σας λέω φαίνονται περίεργα αλλά επιμείνατε και δεν μου αφήσατε περιθώριο να τα αποκρύψω’.
          ‘Μπορείς να συνεχίσεις’; ζητάει ευγενικά ο Ηλίας.
          ‘Μου ζήτησε ο Αρχάγγελος να αγοράσω το σπίτι αυτό και όταν του είπα ότι δε φτάνουν τα χρήματα που έχω μου υπέδειξε την τράπεζα απέναντί μας’.
          ‘Εκεί, μου δείχνει, θα βρεις τα υπόλοιπα’.      
          ‘Μου υπέδειξε όλες αυτές τις ενέργειες που έγιναν και με την βοήθειά σας, όπως και άλλα που θα γίνουν αργότερα.
Όταν τον ρώτησα: ‘γιατί εδώ και όχι στην επαρχία’; μου απάντησε:
‘Το σπίτι στην οδό Μουσών πρέπει να αγοράσεις’.
          ‘Οι άλλοι δυο ποιοι είναι’; ρωτάει η Ειρήνη με ύφος όμως που δείχνει ότι πιστεύει τα λεγόμενα του Λευτέρη.
          ‘ Όλα όσα είπα έγιναν μέχρι προχτές.
Το βράδυ της ίδιας ημέρας μου μίλησαν και οι άλλοι δυο’.
           Ο Λευτέρης σταματάει.
Το πρόσωπό του σκοτεινιάζει ενώ κρύος ιδρώτας λούζει το μέτωπο και τα ζυγωματικά του.
Το βλέμμα του ακινητοποιείται και εστιάζει στο άπειρο, προσεγγίζοντάς το εκεί χαμηλά στο ύψος των ποδιών του.
Ένα ρίγος προδίδει το δέος που αισθάνεται ενώ η Πέρσα του δίνει ένα μπουφάν να φορέσει.
Ο Νίκος καθώς κάθεται δίπλα του με στοργικό ύφος:
          ‘Αδελφέ είμαστε όλοι δίπλα σου και δε θέλουμε να πάθεις κάτι κακό.
Αν αισθάνεσαι άβολα σταμάτησε τη συζήτηση.
Αν πάλι θέλεις να συνεχίσεις κανείς μας δεν είναι εναντίον σου’.
          ‘Και όχι μόνο, τουλάχιστον εγώ σε πιστεύω και παραδέχομαι ότι δε σου συμβαίνουν τυχαία όλα αυτά’, συμπληρώνει η Ειρήνη.
         ‘ Όλοι μας θέλουμε να ακούσουμε τη συνέχεια και έχουμε μεγάλη περιέργεια’ , τονίζει ο Γιάννης.
         Ο Λευτέρης κοιτάζει την Πέρσα που του γνέφει καταφατικά σα να του δίνει τη συγκατάθεσή της να συνεχίσει.


                                                  =============

          ‘Μπαμπά, μπαμπά’, ακούγεται η φωνή της μικρής κορούλας του Τάσου που πετάγεται απότομα, ιδρωμένος και φοβισμένος από το κρεβάτι του.
          ‘Τι όνειρο ήταν αυτό πάλι’, μονολογεί.
Τι συμβαίνει παιδί μου’;
          ‘Σε τρόμαξα μπαμπά;
Ήθελα μόνο να σου πω ότι ήρθε ο παπάς και σε περιμένει στη βεράντα’.
           Χαϊδεύει το κεφάλι της μικρής, σηκώνεται και αλλάζοντας:
          ‘ Όχι κουκλίτσα μου, μόνο μπορείς να του πεις ότι αλλάζω και έρχομαι’;
           Ο Τάσος μετά από λίγο βρίσκεται στη βεράντα, δίπλα από τον παπά που καθισμένος φαίνεται να ζει στο δικό του θολό κόσμο…
Ο μουντός καιρός ταιριάζει με την διαρκώς σκιερή του έκφραση που κρύβει μια ανείπωτη ανησυχία συντονισμένη με τα γκριζόμαυρα σύννεφα πάνω από το σπίτι ενθαρρύνοντας περισσότερο το κλίμα της συζήτησης, με κίνητρο ν’ αναδείξουν το σκοπό της αλλά και να υπενθυμίσουν ότι η βροχή που θα φέρουν είναι εξίσου απαραίτητη με τις προσπάθειές τους να συντροφεύουν την παρέα του Τάσου.
          ‘Θα μου πεις τελικά τι έγινε και είσαι αναστατωμένος’;
          ‘Θα σου πω, πρώτα όμως θέλω να μου περιγράψεις τους τρεις άντρες που βλέπεις στον ύπνο σου’.
          ‘Γιατί πάτερ τους βλέπεις και εσύ’;
          ‘Τους είδα και εγώ αλλά όχι στον ύπνο μου, στο ξύπνιο μου παρακαλώ, γι αυτό περίγραψέ μου τους’.
          ‘Ωχ το όνειρο που είδα πριν από λίγο’.
           Ο Τάσος σηκώνεται όρθιος και πηγαινοέρχεται μπροστά από τον αμήχανο ιερέα που κοιτάζει με απορία, προσθέτοντάς την στη δική του που
δεν είναι και λίγη.
Καθώς κινείται πέρα δώθε με ανήσυχο βήμα,  μονολογώντας:
          ‘Δεν το θυμάμαι όλο.
Κάτι μου είπαν αλλά δεν είμαι σίγουρος’.
          ‘Μπορείς να μου πεις τι συμβαίνει και κάνεις σα τρελός;
Εδώ ήρθα για να μου περιγράψεις τους ανθρώπους που βλέπεις στον ύπνο σου, όχι να βλέπω εσένα πηγαινέλα στον ξύπνιο σου’.
           Συνεχίζοντας ο Τάσος το νευρικό και γρήγορο βήμα:
          ‘Δεν είναι άνθρωποι αυτοί που μου ζητάς, εκτός και αν η  μορφή του
Ταξιάρχη πιστεύεις ότι είναι ανθρώπινη’.
          ‘Δεν θα μιλάς σοβαρά’.
          ‘Ποτέ δε μιλούσα σοβαρότερα’.
           Ο παπάς σηκώνεται και εκείνος όρθιος, πιάνοντας όμως το κάγκελο της βεράντας αφήνει το σώμα του, ίσως και τη σκέψη του να στηριχτεί επάνω του, γιατί θέλει στήριγμα η σκέψη και κάθε σκέψη μετά από αυτά που έγιναν.        
           Με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο γέρικο πρόσωπό του:
          ‘Τον είδα με τζιν, φορούσε και ένα πουκάμισο άσπρο ριχτό’.
          ‘Και τι ήθελες πάτερ να σου εμφανιστεί με κελεμπία ή πετώντας με
φτερά σαν αυτά που έχουν στις εικόνες’;
          ‘Και οι άλλοι, παρόμοια ήταν ντυμένοι’
          ‘Οι άλλοι για τους οποίους μιλάς ξέρεις ποιοι είναι’;
          ‘ Όχι γιατί δεν μίλησα μαζί τους αφού τους είδα από μακριά.
Το μόνο που θυμάμαι είναι ότι και οι τρεις τους είχαν μακριά μαλλιά και γένια.
Ακόμα δεν πρέπει να ξεπερνούν τα 35 χρόνια ο καθένας τους.
          ‘Εγώ παπα Γαβρίλη ξέρω πολύ καλά ποιοι είναι, με τη διαφορά ότι δεν τους έχω δει μέχρι τώρα στον ξύπνιο μου.
Από τη περιγραφή όμως που έδωσες πρέπει να μιλάμε για τα ίδια άτομα’.        
          ‘Ναι αλλά γιατί ήρθαν σε μένα;
Γιατί με ρώτησε ο Αρχάγγελος αν έχουμε καθαρίσει ποτέ το υπόγειο του ναού και αν δοκιμάσαμε τελευταία το νερό του πηγαδιού;
          ‘Μπήκε στον ναό μόνος του ενώ οι άλλοι τον περίμεναν έξω, έτσι δεν είναι πάτερ;
          ‘ Έτσι, και αφού προσκύνησε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας,
έκανε τον σταυρό του και αποχώρησε κοιτώντας με μ’ ένα σοβαρά χαμογελαστό ύφος που δεν μου άφηνε περιθώρια για ερωτήσεις Τάσο’.
          ‘Παπά να περιμένεις και άλλες επισκέψεις αλλά πριν δεν αρχίζουμε από αύριο να καθαρίζουμε το υπόγειο.
Πρέπει να ρίξω και μια ματιά στο πηγάδι’.
          ‘Δεν μου είπες, εσύ όμως πως φαίνεται ότι γνωρίζεις την ταυτότητά τους και την επίσκεψή τους στην εκκλησία’;
          ‘Λίγο πριν έρθεις τους είδα στον ύπνο μου και μάλιστα ο Αρχάγγελος με άφησε να περιμένω έξω από την εκκλησία, στο προαύλιο μαζί με τους άλλους δυο ενώ εκείνος ερχόταν μέσα σε σένα’.
          ‘Ποιοι είναι τελικά οι άλλοι δυο’;

                                            ==============

          ‘Οι άλλοι δυο δε μου μίλησαν στον ύπνο μου, αλλά φανερά εδώ μπροστά μου και μάλιστα τη στιγμή που προσευχόμουν’.
          ‘Τους είδε κανείς άλλος’; ρωτάει ο Νίκος με αγωνία ενώ και οι υπόλοιποι, εξαιρουμένης της Νίκης που φάνηκε ότι γνωρίζει, κοιτούν μες στο στόμα τον Λευτέρη.
          ‘Τους είδα και εγώ’, απαντάει η Πέρσα ενώ όλοι τώρα κοιτούν εκείνη δείχνοντας ακόμα μεγαλύτερη έκπληξη.
           Η Ειρήνη με μασημένα λόγια και διστακτικά:
          ‘Πως, δηλαδή πότε και που’;
          ‘Τη στιγμή που ο Λευτέρης προσεύχονταν στο δωμάτιο άκουγα έναν θόρυβο που έβγαινε από εκεί διαρκώς.
Κάτι σαν συνεχές σφύριγμα, πολύ διακριτικό όμως.
Αποφάσισα να μπω στο δωμάτιο χωρίς να περιμένω ή να χτυπήσω την πόρτα όπως έκανα συνήθως.
         ‘Μπήκες’; ρωτάει με αγωνία ο Δημήτρης.
         ‘Μπήκα και διαπίστωσα ότι ήταν άδειο.
Γύρισα να φύγω και να ψάξω για τον Λευτέρη σε άλλο δωμάτιο αλλά άκουσα μια φωνή πίσω μου’.
        ‘Τι φωνή, ποιος σου μίλησε και πως αφού το δωμάτιο ήταν άδειο’;
        ‘Το δωμάτιο φαίνονταν άδειο, δεν ήταν όμως και αυτό τη δεύτερη φορά που μπήκα το διαπίστωσα καθαρά.
Είδα τον Λευτέρη να στέκεται όρθιος και γελαστός δίπλα από τρεις άντρες, ψηλούς όπως εκείνος, με μακριά μαλλιά και γένια, περιποιημένα όμως και όχι μόνο αφού τα απλά ρούχα που φορούσαν, κάτι σαν τζιν παντελόνι με άσπρο πουκάμισο, ήταν τόσο καθαρά που έφεγγαν αλλά και ταίριαζαν στη λάμψη που έβγαινε μέσ’ από τα πρόσωπά τους.
Φοβήθηκα και πήγα να φωνάξω, ο Λευτέρης όμως με καθησύχασε και μου ζήτησε να ηρεμήσω.
Μου μίλησαν αρκετή ώρα, πρώτος όμως μου συστήθηκε ο Αρχάγγελος:
          ‘Μπορείς να με φωνάζεις Μιχάλη’
          ‘Δεν λιγοθύμησες’; ρώτησε η Ειρήνη.
          ‘Και να ήθελα δεν μπορούσα αφού πίστευα ότι μπορεί να χρειαστεί τη βοήθειά μου ο Λευτέρης και προσπαθούσα να πάρω κουράγιο από την Παναγία που από μέσα μου ζητούσα διαρκώς.
Ο Μιχάλης τότε χαμογελώντας μου είπε:
           ‘Εκείνη που ζητάς μας έστειλε εδώ να σας μιλήσουμε και αν προηγουμένως που μπήκες μέσα δεν μας είδες ήταν ένα δείγμα της προστασίας που θα έχετε από εμάς όταν σε λίγο καιρό θα χρειαστείτε τη βοήθειά μας’.
           Τόλμησα να ρωτήσω:
          ‘Ποιοι είστε και τι θέλετε από εμάς’;
          ‘Θα σου εξηγήσει ο σύζυγός σου αναλυτικά, εσύ μόνο μη τρομάξεις        
όταν μας δεις πάλι εδώ γιατί να ξέρεις θα πυκνώσουν οι εμφανίσεις μας’.
          ‘Με έναν θαυμαστό τρόπο χάθηκαν και μείναμε μόνοι, με τον Λευτέρη να σταυροκοπιέται και εμένα να κοιτάζω αριστερά δεξιά μη τυχόν και το είχαν μετανιώσει που έφυγαν και ξαναγύριζαν έτσι ξαφνικά και απρόσκλητα’.
         ‘Δεν λέω ήταν συναρπαστική η περιγραφή που μας έδωσες αλλά έχω πολλές ερωτήσεις να σας κάνω’.
        ‘ Ήξερα ότι οι ερωτήσεις θα πέσουν βροχή, όμως για σένα
συγκεκριμένα Ειρήνη ο Αρχάγγελος ζήτησε να σου μεταφέρω ένα μήνυμα
που μόνο εσύ είπε θα καταλάβεις το νόημά του’.
         ‘Για μένα’; απαντάει η Ειρήνη με απορία.
         ‘Ναι, μου ζήτησε να στο μεταβιβάσω μετά τη συζήτηση που προέβλεψε ότι θα γίνει μαζί σας’.
         ‘Σε ακούω Λευτέρη’.
          ‘Ο χρόνος που νομίζεις ότι έχασες αρχίζει να μετράει από τώρα’, έτσι μου είπε να σου μεταφέρω.
           Ο Δημήτρης και η Ειρήνη κοιτάζονται απορημένοι με την Ειρήνη έτοιμη να βάλει τα κλάματα.
          ‘Αυτή τη συζήτηση είχαμε εχτές με την Ειρήνη και μου φαίνεται περίεργο πως έγινε γνωστή’.
          ‘Αυτές τις δυνατότητες έχουν και οι σκοτεινές δυνάμεις, σας το λέω εγώ που γνώρισα τον Αρχάγγελο και σας το λέω για να μην είστε ευκολόπιστοι.
Θα έπρεπε λοιπόν πρώτα να πονηρευτείτε και μετά ν’ αναρωτηθείτε αν όντως η πληροφορία έρχεται ευλογημένη από τον Θεό ή όχι’.
          ‘Πέρσα τι λες, μας ζητάς να αμφισβητήσουμε τα λόγια σας, ειδικά όταν μας μιλάτε για κάτι που μόνο εγώ και ο Δημήτρης ξέρουμε’;
          ‘Ακριβώς και θα πρέπει να ελέγχετε τα λεγόμενα που αφορούν κυρίως παρελθόντα γεγονότα’.
          ‘Εντάξει πες ότι η εντύπωση για την ταυτότητα του Μιχαήλ είναι εσφαλμένη, τι πρέπει εγώ τώρα να κάνω’;
          ‘Πρέπει να ζητήσεις να σου πούμε κάτι που θα γίνει’.
          ‘Εσείς το κάνατε’;
          ‘Ναι αφού ο ίδιος μας το πρότεινε’.
          ‘Και διαπιστώσατε ότι επαληθεύτηκε’;
          ‘Ακριβώς’.
          ‘Και πότε να τον ρωτήσουμε αφού δεν είναι τώρα εδώ’;
          ‘Τον ρωτήσαμε εμείς και μας απάντησε ότι αύριο το πρωί που θα ξυπνήσεις ο ταχυδρόμος θα φέρει στον άντρα σου μια πρόσκληση για  εκείνον και εσένα της εκδήλωσης των Ποντίων Δυτικής Αττικής σε μεγάλο ξενοδοχείο του Πειραιά.
Απ’ αυτό θα καταλάβεις ποιος είναι εκείνος που μας μίλησε’.
          ‘Καλά όλα αυτά, δεν μας είπες όμως Πέρσα ποιοι τελικά είναι οι άλλοι δυο’; ρωτάει ο Γιάννης.                
          Τον λόγο παίρνει ο Λευτέρης που με ύφος ταπεινό και έχοντας σκυμμένο
κεφάλι μιλάει χαμηλόφωνα αλλά και μουδιασμένα:
         ‘Δεν έχουμε ακόμα την εξουσία να σας ανακοινώσουμε.
Ίσως αυτό γίνει αργότερα από τους ίδιους’…
 
                                           ================


                                                   ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7

                                           «ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΡΟΛΩΝ»

           Ο Τάσος στο προαύλιο του ναού σκουπίζει την ασύμμετρη σκονισμένη πέτρα δείχνοντας ότι περιμένει επισκέπτες και ότι η αυλή θα πρέπει να είναι καθαρή.
Η προσοχή του δε συμβαδίζει με το βλέμμα του, είναι στραμμένη αλλού, ομιλίες όμως στην είσοδο του ναού και φασαρία από έξω, την επαναφέρουν.
Με τη σκούπα στο χέρι κατευθύνεται στην είσοδο όπου βλέπει μια παρέα νεαρών, μόλις που άφησαν τις μηχανές τους, να έρχονται γελαστοί και χαρούμενοι προς το ναό.
Σχεδόν όλοι κάπνιζαν ενώ το ‘άνετο’ περπάτημα και οι βιαστικές κινήσεις περισσότερο αγγαρεία έδειχναν παρά ανάγκη προσκυνήματος.
Ο Τάσος ανοίγοντας τα χέρια φαίνεται να απαγορεύει την είσοδό τους.
          ‘Παιδιά σας παρακαλώ σβήστε τα τσιγάρα’.
           Εκείνος που βρίσκονταν μπροστά από τους άλλους με θρασύ και αυθάδη τρόπο:
          ‘Και ποιος είσαι εσύ που μας το απαγορεύει’;
           Με χαμόγελο και ύφος που δείχνει μόνο φιλικότητα και ενδιαφέρον:
          ‘Ο Χριστός το απαγορεύει’.
           Κοιτώντας αριστερά δεξιά ο νεαρός και με προκλητικό τρόπο:
          ‘Δεν τον βλέπω εδώ γύρω’, και στρεφόμενος προς την παρέα του με ειρωνικό ύφος:
          ‘Μήπως τον βλέπετε εσείς ρε παιδιά γιατί δεν φοράω τα γυαλιά μου’;
           Με το ίδιο ήρεμο ύφος αλλά και λίγο απορία:
          ‘Τι ήρθατε να κάνετε εδώ’;
          ‘Βόλτα μωρέ’, δείχνοντας τον τελευταίο της παρέας, ‘αυτός θέλει να ανάψει ένα κερί μήπως γίνει καλά η μάνα του και είπαμε να τον συνοδέψουμε’.
          Με αυστηρό τώρα ύφος ο Τάσος:
         ‘Σβήστε τα τσιγάρα πρώτα’.
         ‘Ολόκληρο τσιγάρο δεν το πετάω, αλλά και δεν νομίζω να μιλάς εκ μέρους του Χριστού.
Γελώντας και κοιτώντας τους φίλους του:
        ‘Γέμισε ο τόπος με προορατικά ψώνια’.
         Με χαμόγελο και αγάπη ο Τάσος βγάζοντας το κομποσκοίνι από την τσέπη του:
        ‘Ο Χριστός μπορεί να σε κάνει να καταλάβεις το λάθος σου’.
        Ο νεαρός γελάει έντονα και κοιτώντας τον Τάσο με ειρωνεία:
        ‘Δηλαδή τι θα κάνει’;
        ‘Τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο σου’…
          Ο νεαρός το κάνει αλλά ο καπνός που εκπνέει δεν διανύει πάνω από τρία εκατοστά και επιστρέφει ορμητικός μέσα του - δεν φυσάει καθόλου – με αποτέλεσμα ο νεαρός να βήχει έντονα μέχρι που πετάει το τσιγάρο από το χέρι.
Κοιτάζει με απορία τον χαμογελαστό Τάσο που παραμερίζει να περάσουν, βλέποντάς τους έναν έναν να πετούν τα τσιγάρα και να τον ζυγίζουν με τη ματιά τους υιοθετώντας ένα φοβισμένο και ταυτόχρονα εκστασιασμένο ύφος που δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφισβήτησης ότι ο Τάσος έχει δίκιο,
και ότι ο Χριστός είναι εκεί αναμοιράζοντας τους ρόλους, αφού ένας ήρθε να προσκυνήσει, όλοι μαζί το έκαναν.  

                                      ================
       
           Ο Νίκος έχει γείρει πλάι από τον Γιαννάκη που κοιμάται
καταλαμβάνοντας έναν πολύ μικρό χώρο ικανό να φιλοξενήσει το κεφάλι και τα χέρια του που λειτουργούν σαν προσκέφαλο.
Το αριστερό χεράκι όμως του μικρού Γιάννη, γαντζωμένο από τις πυκνές μαύρες τρίχες, υποσυνείδητα μαλάσσει με τις άκρες των δακτύλων του το ακίνητο κεφάλι του Νίκου.
Εκείνος νιώθοντας την αίσθηση και απαλότητα από τα τρυφερά δακτυλάκια χαλαρώνει, ισοπεδώνεται και γίνεται ένα με το κρεβάτι.
Ο Γιαννάκης σα να νανουρίζεται δείχνοντας ότι δεν κουράζεται, αντίθετα,  με την κίνηση αυτή φαίνεται σαν να θέλει να δέσει δίπλα του τον Νίκο, όπως και το ανοικτό παραμύθι που στέκει στο στήθος του έτοιμο να συνεχίσει την περιήγησή του στον φανταστικό κόσμο που τον μετέφερε εκείνος όση ώρα
του το διάβαζε.              
          ‘Νίκο’…
           Η σιγανή με απορία φωνή της Νίκης που στέκει από πάνω του τον ταράζει καθώς η συνείδησή του επανέρχεται απότομα σε πραγματικό χρόνο.
Σηκώνει αργά το κεφάλι ενώ ταυτόχρονα απομακρύνει το χεράκι του παιδιού και σιγά το αφήνει πάνω στο παραμύθι.
Κοιτάζει την Νίκη που χωρίς να μιλήσει κάθεται στην καρέκλα δίπλα του και αναλαμβάνει να συνεχίσει εκείνη τώρα το έργο του Γιαννάκη.
Παίρνει στα πόδια της το κεφάλι του Νίκου που γέρνει προς το μέρος της μαγεμένος και αρχίζει με απαλές μαλάξεις.
          ‘Μπορείς να μου πεις πότε ήρθες εδώ’;
Ο Νίκος με φωνή που σιγοσβήνει:
          ‘Από το πρωί του Σαββάτου’.
          ‘Είναι Κυριακή πρωί τώρα, δηλαδή είσαι εδώ μια μέρα’;
          ‘ Όχι ακριβώς γιατί μέχρι εχτές το βράδυ ήμασταν βόλτα’.
          ‘Βόλτα, είπες βόλτα’;
          ‘Ναι, πήγαμε στο λούνα παρκ, μετά σινεμά, φάγαμε σε ένα ταβερνάκι
μπροστά στη θάλασσα και ήρθαμε’.
          ‘Πως μπόρεσες και πήρες άδεια;
Είναι πολύ δύσκολο να εμπιστευθούν έναν άνθρωπο που γνωρίζουν μόνο λίγες εβδομάδες και μάλιστα χωρίς να έχεις κάνει τα σεμινάρια που πρέπει’.
          ‘Αν θέλεις όλα γίνονται.
Αλήθεια εσύ πως πέρασες’;
          ‘Καλά, νωρίς το πρωί γύρισα’.
          ‘Οι γονείς σου πως είναι’;
          ‘Μια χαρά, η Θεσσαλονίκη τους προσέχει όλους’.
          Ο Νίκος αναστενάζοντας αφήνει το κεφάλι του να παρκάρει στα πόδια της Νίκης που χαμογελάει και ξεκινάει απαλό μασάζ στην πλάτη του.
          ‘Περάσατε καλά με τον Γιαννάκη’;
          ‘Πολύ καλά, εγώ όμως στεναχωριέμαι γιατί αυτό το παιδί έχει το δικαίωμα να ζει όπως όλα τα παιδιά, να χαίρεται, να διασκεδάζει και να ελπίζει.
Ούτε όμως η ελπίδα επιτρέπεται σ’ αυτόν τον παλιόκοσμο.
Έπρεπε να το έβλεπες όταν επιστρέψαμε, πώς να φύγω και να το αφήσω μόνο του όταν σε κοιτάζει με εκείνη την παραπονιάρικη ματιά;
Παρακάλεσα πάλι και μου επέτρεψαν να καθίσω εδώ δίπλα του τουλάχιστον μέχρι και σήμερα’.
          ‘Νίκο σ’ αγαπάω’.
          Ο Νίκος πετάγεται επάνω σα να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα ρίχνοντας το βλέμμα του στην Νίκη προσπαθώντας περισσότερο να διαβάσει τα χείλη της παρά να δει κάτι άλλο επάνω της.
Εκείνη χαμογελώντας με σιγουριά δείχνει να καμαρώνει γι αυτό, όχι μόνο που αισθάνεται αλλά και τον τρόπο που το είπε.
         ‘Νομίζω πάρα πολύ και δεν θέλω να μου πεις κάτι’.
          Ο Νίκος σκύβει πάλι στα πόδια της, τώρα όμως αγκαλιάζοντας τους γοφούς της ενώ η έκφρασή του δείχνει ένα χαμόγελο τόσο διαφορετικό και ανέμελο που ποτέ δεν είχε, αλλά και ποτέ μέχρι τώρα δεν ήθελε να έχει.
Σαν δορυφόρος γύρω από τη Γη βλέπει τα πάντα με τη ματιά όμως της στοργής και αφοσίωσης που θέλει να μοιραστεί με όλους αφού ξεχειλίζει από μέσα του τόσο έντονη και συμπαγής.          
Η αγάπη και ο έρωτας που νιώθει για την Νίκη ξεπερνάει ακόμα και την ύπαρξή της αφού σαν θεία πνοή θέλει να γεμίσει το χώρο γύρω τους αλλά και να ζητήσει την ευχή και ευλογία από τον Γιαννάκη που ξύπνησε και τους
κοιτάζει χαμογελώντας σαν μικρός θεός.
Το χεράκι του χαϊδεύει απαλά την πλάτη του Νίκου δείχνοντας να συμφωνεί με την από κοινού ομολογία αγάπης που του επιτρέπει να κάνει όνειρα στα οποία έχουν θέση μόνο εκείνοι οι τρεις.
Δεν κρατάει όμως τη σκέψη του κρυφή αφού ο Νίκος που την νιώθει με παράπονο ψελλίζει:
          ‘Πόσα άλλα παιδιά μπορούν να κάνουν όνειρα, έστω και για μια στιγμή;
Πόσα απ’ αυτά θα γίνουν πραγματικότητα και γιατί η κοινωνία να είναι έτσι;
Ποιος ο ρόλος του Θεού;
Συναινεί, αδιαφορεί, ή το χειρότερο, προκαλεί τέτοιο πόνο;
Δοκιμάζει την ανθρώπινη δύναμη ή ρυθμίζει την απόστασή του από τον
άνθρωπο σύμφωνα με το θείο του σχέδιο;
Μπορεί να είναι παντού, εμένα όμως μου φαίνεται ότι μας έχει αφήσει στη μοίρα μας – η Νίκη κουνάει το κεφάλι- δείχνοντας ότι περισσότερο συναινεί
με όσα μας συμβαίνουν’.
          ‘Νίκο το παράπονο που εκφράζεις δείχνει αυξημένη ευαισθησία σε θέματα που λύνονται έχοντας σημαντικό παράγοντα την αγάπη και κυρίως
την οργάνωση της κοινωνίας από εμάς τους ίδιους και σε δεύτερο λόγο
του κράτους.
Εκεί που μπορεί ο άνθρωπος ο Θεός δεν επεμβαίνει, αυτό δεν σημαίνει
όμως ότι τον έχει αφήσει και στη μοίρα του, αφού αν ζητηθεί η βοήθειά
του απλόχερα θα την δώσει’.
          ‘Κοίτα να δεις Νίκη, εγώ είμαι εδώ και κάνω ότι μου υπαγορεύει
η ψυχή μου.
Αν το κάνω λάθος ας με κρίνει, αν όχι δεν θέλω να με επαινέσει γιατί ότι
κάνω βγαίνει από την καρδιά μου, δεν προσποιούμαι.
Όσο για την παρουσία του ή όχι, εγώ κάνω ότι μπορώ χωρίς να του ζητήσω έγκριση αλλά δεν θέλω να μου κλέψει και την δόξα γιατί συναγωνίζομαι με τους ανθρώπους, όχι με εκείνον’.
           Η Νίκη χαμογελάει.
          ‘Πίστεψέ με σε λίγο θα είσαι ανάμεσα σ’ αυτούς που θα δοξαστούν πρώτα από τον Θεό και μετά από τον άνθρωπο γι αυτά που θα κάνουν.
Θα νιώσεις την ευγνωμοσύνη του τόσο έντονα και φανερά όσο λίγοι πάνω
σ’ αυτή τη γη.
Η εύνοια στο πρόσωπό σου θα χαρακτηρίσει όχι μόνο τις ενέργειες που θα
σε απογειώσουν, αλλά και την αποδοχή σου από το σύνολο…

                                            ================

           Η Ειρήνη κρατώντας έναν φάκελο στέκεται μπροστά από την
Πέρσα στην είσοδο του σπιτιού.
Είναι συγκλονισμένη ενώ έκδηλη είναι και η λαχτάρα της να μιλήσει
στον Λευτέρη.
          ‘Πέρασε μέσα Ειρήνη.
Τι σου συμβαίνει και είσαι έτσι αναστατωμένη’;
           Σύντομα  βρίσκονται στο καθιστικό, η ανυπομονησία όμως της
Ειρήνης έχει φθάσει μέχρι το δωμάτιο που βρίσκεται ο Λευτέρης.
Εκείνος χαμογελάει και στρέφει το κεφάλι του στην πόρτα του δωματίου παραμελώντας για λίγο τη δουλειά του στο γραφείο.
Σηκώνεται και πλησιάζει προς την πόρτα που μετά από ένα σιγανό κτύπημα ανοίγει απότομα πριν προλάβει εκείνος να την αγγίξει.
Η Πέρσα και η Ειρήνη φανερά αναστατωμένη στέκονται μπροστά του.
Ο Λευτέρης χαμογελώντας γυρίζει και κάθεται στο γραφείο του,
ενώ εκείνες σε δυο καρέκλες μπροστά απ’ αυτό.
          ‘Δεν πίστευες για την πρόσκληση ειδικά σήμερα που είναι Κυριακή
και δεν εργάζονται οι ταχυδρόμοι.
Όμως δε στην έφερε ταχυδρόμος, έτσι δεν είναι Ειρήνη’;
          ‘ Έτσι, αλλά είμαι πολύ περίεργη  να ακούσω και κάτι ακόμα που σίγουρα γνωρίζεις ότι θα μου συμβεί.
Πες μου ειλικρινά Λευτέρη, έχω επιλεγεί για κάτι;
Ποιος θα είναι ο ρόλος μου στο μέλλον, όσον αφορά τον Θεό αλλά και
τους ανθρώπους’;
           Ο Λευτέρης πάλι σηκώνεται και γελώντας στέκεται μπροστά στην πόρτα κοιτώντας την Ειρήνη με γαλήνιο τώρα ύφος.
          ‘ Είμαστε επιλεγμένοι από τον Θεό γιατί όλοι και ο καθένας μόνος
του διαθέτουμε από ένα ξεχωριστό ταλέντο.
Οι υπηρεσίες που θα προσφέρεις δεν θα αφορούν άμεσα τον Θεό,
θα έχουν να κάνουν με τον άνθρωπο, ειδικά τώρα που πλησιάζει η στιγμή
της αναγέννησης.
Ουσιαστικά θα υπηρετήσεις τον Θεό ικανοποιώντας το θέλημα και το σχέδιό του που τόσο αργά αλλά και έγκαιρα θα εκτελεστεί ’.
           Η Πέρσα υιοθετεί ένα ανήσυχο ύφος και μια ανείπωτη αγωνία.
          ‘Πλησιάζει η στιγμή Λευτέρη’;
          ‘Νομίζω ότι είμαστε πολύ κοντά’.
          ‘ Τι λέτε ρε παιδιά, εξηγήστε μου και μένα που είμαι τόσο μπερδεμένη’.
          ‘ Ειρήνη θα προλάβουμε να μιλήσουμε, αλλά και να προσευχηθούμε, γιατί πίστεψέ με πολλές φορές θα ζητήσουμε τη βοήθειά του’…